Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Χωρικοί μετασχηματισμοί και τυπολογίες του Ελληνικού τοπίου. Ζητήματα διαχείρισης


ΧΩΡΙΚΟΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΥΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

#Α. ΓουργιώτηςΕιδικό Επιστημονικό Προσωπικό ΥΠΕΚΑ
#Γ. Τσιλιμίγκας , Θ. Κίζος 
Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Λόφος Πανεπιστημίου, Μυτιλήνη.

Το τοπίο αποτελεί δυναμικό προϊόν της όσμωσης των πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων φυσικογεωγραφικών και ανθρωπογενών διεργασιών. Η σημασία του στην ευημερία των κοινωνιών καθιστά τη διαχείριση του τοπίου απαραίτητο στόχο του σχεδιασμού, σε όλες τις κλίμακες του χώρου. Το Ελληνικό τοπίο παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, που προκύπτουν τόσο από την γεωγραφία του χώρου, όσο και από τις κοινωνικοοικονομικές δομές και σχέσεις. Οι χωρικοί μετασχηματισμοί και οι πιέσεις που ασκούνται σε πολλές περιφέρειες του Ελληνικού χώρου καθιστούν επιτακτική την ανάγκη σύνταξης ολοκληρωμένου και ουσιαστικού πλαισίου διαχείρισης του Ελληνικού τοπίου στο πνεύμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, που από το 2010 έχει κυρωθεί από το ελληνικό κοινοβούλιο. Στην εργασία προτείνονται οι βασικές τυπολογίες του Ελληνικού τοπίου σε εθνική κλίμακα και συζητούνται κυρίες διαδικασίες μετασχηματισμού τους. Εξετάζονται παρεμβάσεις και πολιτικές που μπορούν να ενσωματωθούν στο υπάρχον πλαίσιο του χωρικού σχεδιασμού, ώστε να διασφαλιστεί με διακριτούς όρους η διαχείριση και η προστασία του ελληνικού τοπίου.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η ποιότητα των τοπίων, επιδρά με καθοριστικό και πολύπλευρο τρόπο στην ποιότητα της ζωής των πολιτών και αποτελεί σημαντικό αναπτυξιακό παράγοντα για τις τοπικές κοινωνίες. Πρακτικές εντατικής εκμετάλλευσης ή εγκατάλειψης παραγωγικών δραστηριοτήτων μπορεί να οδηγήσουν στην υποβάθμιση του τοπίου, μέσω της αποδόμησης χώρο-κοινωνικών δομών και σχέσεων. Η διαχείριση του τοπίου πρέπει να αποτελεί αντικείμενο πολιτικών σε όλα τα επίπεδα δομής και οργάνωσης του χώρου. Σε αυτό του πλαίσιο εγγράφεται η προβληματική της εργασίας. Το κεντρικό ερώτημα αφορά στον προσδιορισμό, σε εθνική κλίμακα, βασικών τυπολογιών τοπίου, στηριζόμενοι σε γεωχωρικά δεδομένα. Οι τυπολογίες που θα προταθούν μπορούν να συνδεθούν με συγκεκριμένες πολιτικές διαχείρισης του τοπίου σε εθνική κλίμακα.

Η εργασία οργανώνεται σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη ενότητα, εστιάζει στην εννοιολογική θεώρηση του τοπίου, όπως αυτή απορρέει από την Ευρωπαϊκή σύμβαση. Στη δεύτερη ενότητα, εξετάζεται η ελληνική πρακτική όπως αυτή διαμορφώθηκε τόσο από το θεσμικό πλαίσιο όσο και από τις πολιτικές που υιοθετήθηκαν - ή δεν υιοθετήθηκαν - για το σχεδιασμό και την προστασία του τοπίου. Στην τρίτη ενότητα, επιχειρείται ο προσδιορισμός βασικών τυπολογιών τοπίου του ελληνικού χώρου όπως αυτές μπορεί να προσδιοριστούν σε εθνική κλίμακα. Αναλύονται οι μεθοδολογικές επιλογές, προσδιορίζονται τα κριτήρια σύνθεσης των τυπολογιών τοπίου και τέλος, εξετάζονται οι κύριοι μετασχηματισμοί που χαρακτηρίζουν κάθε τυπολογία. Η εργασία καταλήγει συμπερασματικά στην αναγκαιότητα ενσωμάτωσης της διαχείρισης του τοπίου, με διακριτούς όρους, σε κάθε κλίμακα της διαδικασίας του σχεδιασμού.

2. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
Το τοπίο αποτελεί προϊόν της όσμωσης μεταξύ φυσικογεωγραφικών διεργασιών και ανθρωπογενών δράσεων. Απαιτεί μια σύνθετη προσέγγιση, που δεν εξαντλείται μόνο στην παρατήρηση, καταγραφή και ορθολογική τεκμηρίωση των στοιχείων του, (Barret et al. 2000). Το τοπίο ορίζεται «...ως μια περιοχή όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τους ανθρώπους, ο χαρακτήρας της οποίας είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων» (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο 2000). Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο δημοσίου ενδιαφέροντος στο οικολογικό, περιβαλλοντικό, πολιτισμικό και κοινωνικό πεδίο, συμβάλλοντας με καθοριστικό τρόπο στον προσδιορισμό της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο 2000). Το τοπίο δεν είναι στατικό, αλλά μετασχηματίζεται στην διάρκεια του χρόνου, μεταβάλλεται περιοδικά στην διάρκεια του έτους, σε μεγαλύτερες χρονικές περιόδους λόγω κοινωνικοοικονομικών μεταβολών συνδεδεμένων με την παραγωγική δομή (1), άλλα και σε μεγαλύτερες κλίμακες του χρόνου κλπ (Brunet et al. 1993, Baud P. 1997).

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από σημαντική ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά, καθώς και από πλούσια αλλά και πολλά απειλούμενα οικοσυστήματα. Η φυσική και η ανθρωπογενής κληρονομία δημιουργούν ιδιαίτερης αξίας χώρους και σημαντικής ποικιλίας τοπία. Το τοπίο δεν είναι στατικό αλλά μεταλλάσσεται διαρκώς. Η μετάλλαξη του ελληνικού τοπίου άρχισε με έντονο τρόπο κυρίως μετά τις δεκαετίες του '60 και του '70, περίοδο της έντονης οικοδόμησης και της οικιστικής μεγέθυνσης. Οι μεταβολές, συχνά συνέβαλαν στην υποβάθμιση του τοπίου (Γουργιώτης, Τσιλιμίγκας, 2011).

Η εξέλιξη στην διαμόρφωση του ελληνικού χώρου, (αν και σε περιπτώσεις διατηρεί ορισμένες συνέχειες) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνολικά διασφαλίζει χωρικούς μετασχηματισμούς που συντελούνται ακολουθώντας βιώσιμες διαδικασίες. Αποτέλεσμα αυτής της «ταχύρυθμης» μεταβολής του τοπίου, ήταν η -σε πολλές περιπτώσεις- εξάλειψη της ιστορικότητας του ελληνικού τοπίου και ταυτόχρονα η εκ νέου επινόησή του, στη βάση των σύγχρονων κοινωνικών πρακτικών. Μπροστά σε αυτή την ριζική αμνησιακή μεταμόρφωση του τοπίου τα τελευταία πενήντα χρόνια και δεδομένου ότι οι σύγχρονες τάσεις διαμόρφωσης δεν αρθρώνουν μια διακριτή ταυτότητα, το ελληνικό τοπίο μοιάζει να προσδιορίζεται κυρίως από την έλλειψη ιστορικών δεσμών, τις διαρκείς μεταλλάξεις του και την ικανότητά του όχι μόνο να καταστρέφει αλλά και να δημιουργεί καινοτόμα σχήματα σε μια χαοτική ad-hoc λογική (Γουργιώτης, Τσιλιμίγκας, 2011).

3. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
Η προστασία ορισμένων τοπίων, κυρίως ιστορικού ή αισθητικού ενδιαφέροντος ενσωματώνεται στο ελληνικό δίκαιο ήδη από την δεκαετία του '50, ωστόσο η έλλειψη συγκεκριμένου πλαισίου σχεδιασμού και εφαρμογής δεν διασφάλισε με συστηματικό τρόπο, συνεπή στην διάρκεια του χρόνου, την άρτια διαχείρισή του. Ως αποτέλεσμα, "αυθόρμητοι" χωρικοί μετασχηματισμοί έχουν οδηγήσει στην περιβαλλοντική, αισθητική και παραγωγική υποβάθμιση πολλών τοπίων. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο, όπως έχει ενσωματωθεί στο Ελληνικό δίκαιο από το 2010, αποτελεί ένα κοινό, ευρωπαϊκό, στρατηγικού χαρακτήρα πλαίσιο αναγνώρισης της σημασίας της προστασίας του τοπίου και της ανάγκης σύνταξης ενός πλαισίου σχεδιασμού.

Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο θεσμικό εργαλείο που αναγνωρίζει την σημασία του τοπίου και επιχειρεί την προστασία του υιοθετείται με τον ν. 1469/1950 και αφορά στα Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ). Από το Υπ.Πο. και ακολούθως από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ (στο οποίο μεταφέρθηκε η αρμοδιότητα το 1984) περισσότερα από 400 Τ.Ι.Φ.Κ έχουν χαρακτηριστεί. Την θεσμοθέτησή τους όμως, πλην λίγων εξαιρέσεων, δεν την ακολούθησαν, αντίστοιχα προγράμματα προστασίας, με αποτέλεσμα να μην υιοθετηθούν ουσιαστικά συστήματα διαχείρισης (Βλαντού 2010). Ακολούθως με τον ν.δ. 996/1971 εισάγεται η έννοια του "αισθητικού δάσους" ως αντικείμενο προστασίας, αναδεικνύοντας τη σημασία προστασίας της φυσικής κληρονομιάς. 
Η αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 είχε σημαντική επίδραση στην προστασία του περιβάλλοντος και κατ επέκταση στην προστασία του τοπίου. Στο άρθρο 24 ορίζεται ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και διατυπώνονται κατευθύνσεις για τη χωροταξική και πολεοδομική πολιτική. (Γιαννακούρου 1999). Ο ν. 1650/86 που ακολούθησε στο πλαίσιο των επιταγών του Συντάγματος διεύρυνε την έννοια του προστατευόμενου τοπίου, καλύπτοντας στοιχεία τόσο του φυσικού όσο και του ανθρωπογενούς χώρου (Βλαντού 2010). Στον ΓΟΚ του 2000, ν.2831/2000 ορίζεται ως αναπόσπαστο στοιχείο του πλαισίου προστασίας των παραδοσιακών οικισμών και των διατηρητέων κτιρίων ο περιβάλλοντας χώρος, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο αφενός, την ανάγκη προστασίας τόσο της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς όσο και του φυσικού χώρου και αφετέρου, την ανάγκη συνολικής θεώρησης του τοπίου. Η ανωτέρω λογική υιοθετείται και στον ν.3028/2002, βάσει του οποίου τα μνημεία προστατεύονται μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο αυτών (ΥΠΕΚΑ 2011).

Η ουσιαστική διαχείριση του τοπίου απαιτεί την σύνταξη μιας ολοκληρωμένης και συνεπούς στην διάρκεια του χρόνου πολιτικής, που να καλύπτει το σύνολο της επικράτειας. Τα ανωτέρω θεσμικά εργαλεία ρητά προσδιορίζουν την ανάγκη προστασίας του τοπίου, συνυπάρχουν παράλληλα με άλλα θεσμικά εργαλεία προστασίας και σχεδιασμού του φυσικού και ανθρωπογενούς χώρου, δημιουργώντας ένα κανονιστικό πλαίσιο προστασίας. Το τοπίο αποτελεί αντικείμενο πολλών πολιτικών προστασίας, δεν έχει όμως συνταχτεί και λειτουργήσει με αποτελεσματικούς όρους μια πολιτική για το τοπίο.

4. ΓΕΝΙΚΕΣ ΤΥΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
Η ουσιαστική ενσωμάτωση του τοπίου στις πολιτικές και στις διαδικασίες σχεδιασμού του χώρου, αλλά και ο ανεξάρτητος σχεδιασμός για το τοπίο, απαιτούν το προσδιορισμό κύριων τυπολογιών αυτού. Στην εργασία προτείνονται βασικές τυπολογίες του Ελληνικού τοπίου. Επιλέχθηκε ο συνδυασμός τεσσάρων γεωχωρικών μεταβλητών, που κρίναμε ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία. Τόσο η επιλογή αυτών όσο και οι κατηγορίες που για κάθε μία προσδιορίστηκαν δεν αποτελούν την μόνη δυνατότητα για την εφαρμογή της μεθόδου. Ακολούθως αναφερόμαστε στις μεταβλητές επιλογής.
Η πρώτη μεταβλητή αφορά στις καλύψεις γης, οι οποίες έχουν καθοριστική επίδραση στο τοπίο γενικά, άλλα ειδικά στην Ελλάδα, όπου η έλλειψη θεσμοθετημένων σχεδίων Χρήσεων Γης για το σύνολο της επικράτειας (ένα μικρό ποσοστό της Ελληνικής επικράτειας καλύπτεται από σχέδια ΧΓ) και η ανυπαρξία συνολικού μηχανισμού ελέγχου χωροθέτησης επιτρέπουν την αναπαραγωγή πρακτικών εγκατάστασης παραγωγικών δραστηριοτήτων και χωροθέτησης λειτουργιών με ιδιαίτερες επιπτώσεις στο τοπίο. Η δεύτερη μεταβλητή αφορά στην γειτνίαση με την θάλασσα, δημιουργώντας μια ειδική κατηγορία χώρου, άρα και τοπίων, αυτή του παράκτιου και νησιωτικού χώρου. Σε αυτές τις περιοχές συγκεντρώνεται μεγάλο ποσοστό πληθυσμού και των παραγωγικών δραστηριοτήτων, δημιουργώντας σημαντικές πιέσεις τόσο για τα τοπικά οικοσυστήματα, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Ο θαλάσσιος χώρος συναντάται με τον ηπειρωτικό δημιουργώντας πλούσια αλλά εύθραυστα οικοσυστήματα και ιδιαίτερους χωροκοινωνικούς σχηματισμούς, συχνά σε λεπτές ισορροπίες, με έντονα ανταγωνιστικές κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις.
Η τρίτη και η τέταρτη μεταβλητή αφορούν στο υψόμετρο και στις κλίσεις του εδάφους, που αποτελούν σημαντικά στοιχεία της γεωγραφίας του Ελληνικού χώρου. Η ορεινότητα γενικά δημιουργεί ασυνέχειες και φυσικογεωγραφική διάσπαση με ουσιαστικές επιπτώσεις στην ανθρωπογεωγραφία του χώρου. Οι ορεινές περιοχές καλύπτουν σημαντικό ποσοστό της επικράτειας και βρίσκονται συχνά σε εύθραυστες ισορροπίες σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο αλλά και ως οικοσυστήματα. Αυτή η ιδιαιτερότητα από την μία, αποτέλεσε σημαντική τροχοπέδη στην αναπτυξιακή διαδικασία (με τους όρους που αυτή συνέβη) από την άλλη όμως, συνέβαλε στην δημιουργία χώρων ιδιαίτερης ποικιλίας, αισθητικής αξίας και οικολογικής βιοποικιλότητας.



Χάρτης 4.1 Κριτήρια σύνθεσης των βασικών τυπολογιών του τοπίου.

Για το προσδιορισμό των καλύψεων γης χρησιμοποιήσαμε τα γεωχωρικά δεδομένα από το πρόγραμμα CORINE 2000 (Σταθάκης Δ. et al., 2008). Με την τιμή 1.1 αποδίδονται οι τεχνητές επιφάνειες, με την τιμή 1.2 ο αγροτικός χώρος, με την τιμή 1.3 οι δασικές εκτάσεις και με την τιμή 1.4 οι υδάτινες επιφάνειες. Η ζώνη του παράκτιου χώρου των 10 χλμ αντιστοιχεί στην τιμή 2.1 και η υπόλοιπη επικράτεια στην τιμή 2.2. Για την σύνταξη των χαρτών των υψομέτρων και των κλίσεων χρησιμοποιήσαμε το DEM-SRTM. Η τιμή της μεταβλητής είναι 3.1 έως την ισοϋψή των 600μ (υιοθετώντας τις επιλογές του ΠΠΧΣΑΑ) και 3.2 για τις περιοχές με μεγαλύτερο υψόμετρο. Οι κλίσεις του εδάφους που είναι μικρότερες από 5% αποδίδονται με την τιμή 4.1 και μεγαλύτερες με την τιμή 4.2.


Σχήμα 4.2 Σύνθεση κριτηρίων


Πινάκας 4.1. Σύνθεση κριτηρίων

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για να συμπεριληφθεί με ουσιαστικό τρόπο το τοπίο στο σχεδιασμό και τη διαχείριση του χώρου. Για να είναι δυνατή μια τέτοια εξέλιξη είναι απαραίτητη η σύνθεση τύπων του Ελληνικού τοπίου με βάση γεωχωρικά δεδομένα που να αντικατοπτρίζουν γεωγραφικές ενότητες στο χώρο και όχι τεχνητές διοικητικές διαιρέσεις. Μια τέτοια προσέγγιση παρουσιάστηκε στην εργασία αυτή, με μεταβλητές που αντικατοπτρίζουν τη φυσική γεωγραφία και σημαντικό μέρος της ανθρωπογεωγραφίας σε εθνική κλίμακα.
Ο προσδιορισμός των κύριων τάσεων μετάλλαξης του τοπίου για κάθε τύπο θα μπορούσε να θέσει τους όρους σύνταξης μιας πολιτικής ικανής, με διακριτούς όρους, να διασφαλίσει την διαχείριση και τη προστασία του ελληνικού τοπίου. Απαιτείται παραπέρα ο προσδιορισμός των τυπολογιών με πιο λεπτομερείς όρους σε πιο μικρές κλίμακες, όπου μπορούν να εξειδικευτούν με πιο ουσιαστικό τρόπο οι χωροκοινωνικές ιδιαιτερότητες. Για πρώτη φορά με διακριτούς όρους ο σχεδιασμός του τοπίου ενσωματώνεται στην περιφερειακή κλίμακα στις μελέτες «Αξιολόγησης - Αναθεώρησης & Εξειδίκευσης των θεσμοθετημένων ΠΠΧΣΑΑ» αναγνωρίζοντας την σημασία της προστασίας και της διαχείρισης του τοπίου. Στο πλαίσιο αυτών των μελετών θα τεθούν στρατηγικού χαρακτήρα κατευθύνσεις, οι οποίες θα εξειδικευτούν με κανονιστικούς όρους σε υποκείμενες μορφές σχεδιασμού.

Υποσημειώσεις :
(1)Οι περιοχές των αναβαθμίδων αποτελούν χαρακτηριστικό τοπίο, όπου οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και οι παραγωγικές δομές μιας εποχής επέβαλαν την εξαντλητική εκμετάλλευση του χώρου. Αποτέλεσαν βασική υποδομή για την γεωργική παραγωγή σε άγονες περιοχές. Οι συνέπειες αυτής της συντονισμένης δράσης της τοπικής κοινωνίας, ακόμα και σήμερα, διαδραματίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο, ως παράγοντας χώρου οικολογικής και αισθητικής αξίας που χρήζει προστασίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου