Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Ταυτότητα τόπου και παραγωγική ανασυγκρότηση: Το παράδειγμα της Ημαθίας

#ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΟΥΡΓΟΣ
Μηχανικός Μεταλλείων, MSc Πολεοδομίας - Χωροταξίας, Υποψήφιος Αιδάκτωρ, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης,
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
#ΑΛΕΞΙΟΣ ΔΕΦΝΕΡ
Καθηγητής, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης,Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

H παγκόσμια κρίση συνοδεύεται από δραστικό περιορισμό των διαθέσιμων διαδικασιών και επιλογών του αναπτυξιακού σχεδιασμού, γεγονός που έχει αναδείξει την αναγκαιότητα για πειραματισμό και αναζήτηση νέων μεθόδων/στρατηγικών.
Παράλληλα, τα σύγχρονα παγκόσμια δεδομένα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίσης στον Ευρωπαϊκό Νότο, επιτάσσουν την ταχύτατη επανεκκίνηση της παραγωγικής δραστηριότητας και την ισόρροπη ανάπτυξη των διαφορετικών τομέων της οικονομίας. Η εκκίνηση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα για επιτόπια αύξηση της προστιθέμενης αξίας του προϊόντος, στρατηγική που μπορεί να έχει αποτελέσματα μόνο εστιάζοντας στο μικρο-επίπεδο και στον τρόπο που αυτό εξειδικεύει τα χαρακτηριστικά του.
Φαίνεται λοιπόν ιδιαίτερη η σημασία του μικρότερου χωρικού επιπέδου στις νέες προτεραιότητες ενός αποτελεσματικού σχεδιασμού. Σε αυτό, αναδεικνύεται η υιοθέτηση του εργαλείου της «Ταυτότητας Περιοχής» ως «κρίσιμης» επιλογής για ουσιαστική υποστήριξη ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και συγκριτικών πλεονεκτημάτων της περιοχής, ούτως ώστε να ενδυναμωθούν σημαντικά οι παραγωγικοί τομείς, για να επιτευχθούν τελικά τα αναγκαία πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και ο στόχος μίας αναπτυξιακής προοπτικής ισόρροπης και αποτελεσματικής.

Η άμεση αναγκαιότητα των μετασχηματισμών που ξεκινούν τοπικά και τα εγχειρήματα που ξεπηδούν από τις μικρο-κοινωνίες ευελπιστούν να προσφέρουν αξιόπιστες λύσεις. Οι τόποι και οι κάτοικοί τους επιδεικνύουν ταχύτερα και αποτελεσματικότερα αντανακλαστικά, αναζητώντας νέους τρόπους και συγκεκριμένη ταυτότητα, για να διασυνδεθούν με τα ανώτερα χωρικά επίπεδα και να γίνουν αναγνωρίσιμοι σε αυτά, οριοθετώντας, περιγράφοντας και μεγεθύνοντας τους μετασχηματισμούς.

Στην εισήγηση θα επιδιωχθεί μία αρχική προσέγγιση της σχέσης ταυτότητας τόπου και παραγωγικών τομέων της οικονομίας, θα διερευνηθούν, σε επίπεδο βιβλιογραφίας, οι πιθανές διασυνδέσεις, οι προκλήσεις και οι δυναμικές τους, για να αναδειχθεί μέσα από αυτή τη διαδικασία η περιοχή της Ημαθίας ως ιδιαίτερης σημασίας χωρική ενότητα για μελέτη σε βάθος.

Η Ημαθία έχει πληγεί έντονα από την κρίση και την αποβιομηχάνιση, ενώ εμφανίζει ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα, έτσι ώστε έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει και να προβάλει μια ξεχωριστή ταυτότητα και να πρωταγωνιστήσει στο περιβάλλον που διαμορφώνεται. Αιαθέτει, εκτός των άλλων, σημαντικό βιομηχανικό εξοπλισμό που μένει σήμερα αδρανής, μακροχρόνια βιομηχανική παράδοση, υψηλή εξειδίκευση των κατοίκων της, σημαντικές υποδομές και στρατηγική θέση, έτσι ώστε να υποστηρίξει το σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός εναλλακτικού τρόπου ανάπτυξης, συναρτημένου με τη διαμόρφωση ταυτότητας μέσα από τους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας.

1. Εισαγωγή
H μεγάλη διάρκεια και ένταση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης απέδειξε, εκτός των άλλων, τις ανεπάρκειες, λανθασμένες παραδοχές και αστοχίες του αναπτυξιακού σχεδιασμού. Η εμμονή σε αποτυχημένα μοντέλα του παρελθόντος μόνο την παραμονή στη βαθιά ύφεση και τη σοβαρή κοινωνική κρίση μπορεί να υποστηρίξει. Η επιστροφή στην ανάπτυξη έχει περισσότερες δυνατότητες να επιτευχθεί μέσα από επιλογή διαφορετικών προσεγγίσεων, οι οποίες θα αναδείξουν πρωτοποριακές πολιτικές, ανατρεπτικές στρατηγικές και καινοτόμες τακτικές.

Στην κατεύθυνση αυτή, η εισήγηση εμβαθύνει αρχικά στα σύγχρονα αδιέξοδα του σχεδιασμού, που δεν καταφέρνει να κινητοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και τις υγιείς δυνάμεις της οικονομίας και της κοινωνίας. Για να προτείνει, στη συνέχεια, την Ταυτότητα ενός Τόπου ως κρίσιμο εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη συστηματική υποστήριξή του σαν κεντρική στρατηγική στην αναπτυξιακή προοπτική.

Τέλος, θα εξεταστεί η διασύνδεση του εργαλείου με την πρακτική εφαρμογή του σε συγκεκριμένη περιοχή-πιλότο, που ως τέτοια έχει επιλέγει η Ημαθία.

2. Οι Σύγχρονες Ανάγκες και Δεδομένα του Σχεδιασμού
Μία από τις βασικές προκλήσεις, για την αντιμετώπιση της σημαντικής διαρθρωτικής κρίσης των χωρών που βιώνουν με μεγαλύτερη ένταση τις συνέπειές της, είναι η ενδυνάμωση των παραγωγικών τομέων της οικονομίας τους. Η παγκόσμια κρίση φαίνεται ότι επιβάλλει το τέλος της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας (Bell, 1973) και το ξεκίνημα μία νέας περιόδου για την οικονομική ιστορία.
Μόνο στο διάστημα 2000-2014, το ποσοστό της Βιομηχανίας στο συνολικό προϊόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) περιορίστηκε από 18% σε 15,3%, με αποτέλεσμα να χαθούν 3,5 εκατ. θέσεις εργασίας την περίοδο 2008-2014 (Eurostat, 2014). Εξειδικεύοντας στην Ελλάδα, το διάστημα 1981 - 2015 χάθηκαν οι μισές θέσεις εργασίας στη βιομηχανία (ΕΛΣΤΑΤ, 2017).
Ως προς τον αναπτυξιακό σχεδιασμό, ο στρατηγικός ρόλος ανήκει σήμερα στην Κεντρική Διοίκηση. Μπορεί να σχεδιάζει, να νομοθετεί, να ελέγχει και να υλοποιεί τις κρίσιμες επιλογές, που θα θέσουν εκ νέου σε «κίνηση» την οικονομία σε όλα τα επίπεδα.

Το 2017 για όγδοη συνεχή χρονιά η χώρα παραμένει αντιμέτωπη με σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, τα οποία θέτουν σε άμεσο κίνδυνο όχι μόνο την αξιοπιστία της, αλλά και την ίδια τη βιωσιμότητα της οικονομίας και των μικρο-κοινωνιών της (ΣΕΒ, 2017).

Η απαραίτητη οικονομική πολιτική θα πρέπει να στοχεύει στην αποκατάσταση της ισορροπίας της ελληνικής οικονομίας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ βιομηχανίας, υπηρεσιών και γεωργίας, αλλά και μεταξύ εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων αγαθών. Η στροφή από τη βιομηχανία προς τις υπηρεσίες στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια συνοδεύτηκε από μετατόπιση από τα εμπορεύσιμα στα μη εμπορεύσιμα προϊόντα, ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα των εμπορεύσιμων ήταν ανεπαρκής (Λαπαβίτσας, 2012).

Στη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα, ο σχεδιασμός επιβάλλεται να ξεφύγει από τη συνήθη πρακτική και να αναζητήσει καινοτόμες και εφαρμόσιμες ιδέες. Στην κατεύθυνση αυτή φαίνεται ότι είναι μονόδρομος η εκ νέου ανάδειξη της επιστημονικής διατύπωσης και της ορθολογικής τεκμηρίωσης ως βασικών διαδικασιών διάρθρωσης του σχεδιασμού (Καραμανώφ, 2011). Νέο βασικό επίπεδο του σχεδιασμού θα αναδειχθεί το μικρο-επίπεδο.

Στοχεύοντας στην ποιότητα, η βασική επένδυση έχει ήδη υλοποιηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες: η Ελλάδα διαθέτει ιδιαίτερα υψηλής ειδίκευσης εργατικό δυναμικό, το οποίο χρειάζεται κίνητρα επιστροφής στη χώρα για εργασία αναλόγου επιπέδου και παραγωγική αξιοποίηση των υψηλών δεξιοτήτων του (ADECCO, 2016). Βάση πρέπει να αποτελέσουν στρατηγικές που θα ενισχύσουν την αποτελεσματική ανάπτυξη κατάλληλων υποδομών, διαδικασιών, κινήτρων και χρηματοδοτικών εργαλείων, ώστε να υποστηριχθεί πολλαπλασιαστικά ένα λειτουργικό και σύγχρονο σύστημα παραγωγής (Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας, 2015).

Οι αλλαγές αυτές στο σχεδιασμό, άλλωστε, βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις βασικές αναπτυξιακές κατευθύνσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2014-2020. Ο στόχος για το ΑΕΠ του 2020 είναι να προέρχεται κατά 20% από τη Βιομηχανία (Junker, 2014). Την ανάγκη για Πολιτική Επαναβιομηχάνισης της Ε.Ε. επισημαίνει με ψήφισμά του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Συνεδρίαση 20/5/2016), ενώ και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Συμπεράσματα Συνεδρίασης 15/12/2016) καλεί για μία ισχυρή και σύγχρονη Βιομηχανική Βάση της Ε.Ε.

Η ανάπτυξη αυτή της Βιομηχανίας από μόνη της δεν εγγυάται την οικονομική ευημερία, παρά μόνο όταν παράγει σημαντική προστιθέμενη αξία. Η παραγωγική ανασυγκρότηση θα έχει σκοπό τη δραστηριοποίηση των Ελληνικών επιχειρήσεων στα περισσότερο προηγμένα στάδια των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας, θα επιδιώκει τελικό προϊόν ποιότητας, θα δημιουργήσει παγκόσμιο ελληνικό brand name και θα στοχεύει στην επίτευξη προστιθέμενης αξίας εντός της χώρας (Μπούργος, 2016).

Οι πολιτικές που αφορούν τις Αλυσίδες Αξίας δεν μπορούν να είναι μόνο Εθνικές, εξαιτίας της παγκόσμιας διασυνδεσιμότητάς τους. Απαιτούν την ανάπτυξη εξειδικευμένης μεθοδολογίας, που θα ξεκινά από τη χαρτογράφηση των Αλυσίδων Αξίας στο Εθνικό Επίπεδο, θα αναγνωρίζει τις πιθανές κατατμήσεις τους, θα διαπιστώνει τις διασυνδέσεις τους εντός δομημένων τυπικών ή άτυπων δικτύων, θα προχωρά σε ανάλυση ως προς τη σχέση Εθνικό - Παγκόσμιο, ώστε να περνά σε συγκεκριμένες πολιτικές που αφορούν τόσο το επίπεδο της εθνικής πολιτικής, όσο και τη συνέπεια της άσκησης της πολιτικής της χώρας σε παγκόσμιο επίπεδο, μέσα από τη συμμετοχή της σε παγκόσμιους οργανισμούς, διακρατικές συνεργασίες και φόρουμ (Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ε.Ε., 2015).

Η παγκόσμια διάσταση και η σύνθετη προσέγγιση των αλυσίδων αξίας αναβαθμίζει και το ρόλο του χωρικού παράγοντα, που εντοπίζει, ερμηνεύει και ενισχύει τις κρίσιμες συγκεντρώσεις, διευκολύνοντας το σχηματισμό και την ανάπτυξη νέων εξειδικευμένων παγκόσμιων πόλων.

Στο μικρότερο χωρικό επίπεδο, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως η θεσμική έμφαση του τοπικού, σε συνεργασία με τους φορείς της έρευνας, τις τοπικές κοινωνίες και τις οικονομικές δραστηριότητες, έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει τον παράγοντα-κλειδί για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με συνθήκες παραγωγής προστιθέμενης αξίας. Μπορεί αρχικά να βοηθήσει προωθώντας και θέτοντας πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας. Με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων, για τη δημιουργία των αντίστοιχων χώρων παραγωγής και παροχής υπηρεσιών (Κολέμπας, 2009).

3. Η Ταυτότητα Τόπου ως Βασικό Εργαλείο του Αναπτυξιακού Σχεδιασμού
Τα αδιέξοδα και αστοχίες δεν μπορούν παρά να επιβεβαιώνουν την ανάγκη υιοθέτησης νέων εργαλείων και μεθοδολογιών, προσβλέποντας στην τεκμηρίωση και την εφαρμογή συστηματικών σχεδίων που θα φέρουν θετικό πρόσημο στην οικονομία και τις κοινωνίες. Στην κατεύθυνση αυτή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υιοθέτηση και η εφαρμογή του εργαλείου της «Ταυτότητας Τόπου» στον αναπτυξιακό σχεδιασμό, για το σύνολο των τομέων της οικονομίας.

Πριν της «Ταυτότητας Τόπου», το «Marketing Πόλης» γνωρίζει ευρύτερη αποδοχή και εφαρμογή, ως αποτέλεσμα της σημαντικής διαρθρωτικής κρίσης που διήλθαν οι πόλεις εξαιτίας της μετανεωτερικότητας και της εμφάνισης νέων τρόπων με τους οποίους βιώνουν τον χώρο και το χρόνο (Harvey, 2009). Από τη δεκαετία του 70, αλλά με ιδιαίτερη ένταση 20 χρόνια μετά, αδυνατώντας ο σχεδιασμός να αντιμετωπίσει τη στασιμότητα των εσωτερικών αγορών στις προηγμένες βιομηχανικά χώρες, οι επιχειρήσεις και το κεφάλαιο στρέφονται προς νέες αγορές, στις χώρες της «περιφέρειας» του οικονομικού συστήματος. Απελευθερώνεται, έτσι, η κίνηση κεφαλαίων και η δυνατότητα επενδύσεων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι επιχειρήσεις μεταφέρουν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες στις χώρες αυτές, όπου επιτυγχάνουν σημαντικό περιορισμό του κόστους παραγωγής, ευνοϊκότερο καθεστώς ως προς τα δικαιώματα της εργασίας και τη φορολόγηση, σχεδόν ανύπαρκτους όρους για τη χωροθέτηση και τη λειτουργία τους. Την ίδια στιγμή «σπάνε» το ενιαίο σύστημα παραγωγής, αξιοποιώντας ευέλικτους τρόπους, διάσπαρτους χωρικά. Ο σχεδιασμός και οι επιλογές περνάνε στην αγορά, μέσα σε ένα οικουμενικό σύστημα, που εξισορροπείται με τη δημιουργία και την επιβολή παγκόσμιων οργανισμών ρύθμισης (Toussaint κ.ά, 2011), ένα σύστημα δηλαδή διεθνών θεσμών που επιβλέπουν τα κράτη και τις εθνικές πολιτικές.

Η αναδιάρθρωση αυτή του οικονομικού συστήματος επιφέρει σαρωτικές αλλαγές στις πόλεις των βιομηχανικών χωρών. Πρώτη άμεση επίπτωση, η σοβαρή διαρθρωτική κρίση, κρίση επιχειρηματικότητας και ανεργίας. Ξεκινά η αποβιομηχάνιση. Οι βιομηχανικές συγκεντρώσεις και υποδομές εγκαταλείπονται, δημιουργούνται ευρύτερες υποβαθμισμένες «περιοχές φτώχειας». Στις περιοχές αυτές οι κάτοικοι εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά ανεργίας, αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους και τα δημοτικά τέλη, τα σπίτια και τα καταστήματα αδειάζουν, το τραπεζικό σύστημα διακόπτει τη χρηματοδότηση (Μάρκου, 2014). Συγχρόνως, αποδιαρθρώνονται τα παραδοσιακά κέντρα πόλεων και δημιουργούνται νέα, με μεταφορά δραστηριοτήτων στην περίμετρο, καθώς και ένταση των μετακινήσεων (Sassen, 2001). Ευνοείται η ολιγοπωλιακή διάρθρωση των πόλεων, με μεγάλα επιβλητικά έργα, ανάπτυξη περιφερειακών αγορών, μεταβολή των όρων ρύθμισης του περιαστικού χώρου υπέρ των μεγάλων εμπορικών επιφανειών, καθώς και συνολικότερες αλλαγές -με σημαντική μείωση των περιορισμών- στα καθεστώτα ρύθμισης των πόλεων. Οι μεταβολές αυτές συνδυάζονται με τις μεταφορές, το marketing και το lifetime value.

Οι πόλεις, με «τραυματισμένους» τους παραγωγικούς τομείς και τα παραδοσιακά «κέντρα» τους, αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν και να προσελκύσουν κεφάλαια και δραστηριότητες για την απασχόληση των κατοίκων τους. Στράφηκαν στον τουρισμό και τις υπηρεσίες, κατά προτίμηση υψηλής τεχνογνωσίας. Έπρεπε να γίνουν «ανταγωνιστικές», να αποκτήσουν «μαγνήτες» (μέσω προγραμμάτων «Ναυαρχίδες», με μεγάλες υποδομές-σύμβολα), να αναπτύξουν θελκτικά έργα και υπηρεσίες, να στοχεύσουν στην αστική τους αναγέννηση. Για το πετύχουν λοιπόν, επέλεξαν από την αρχή ως κρίσιμο εργαλε^ το «Marketing Πόλης», για να γίνουν περισσότερο ελκυστικότερες και αποδοτικές, να προσαρμοστούν στα δεδομένα της νέας οικονομίας, να μετατραπούν σε αγαθά των οποίων η ταυτότητα και η αξία πρέπει να σχεδιάζεται και να προωθείται, δηλαδή, στοχεύοντας στην ενίσχυση της οικονομίας τους, μετατράπηκαν σε παρόχους περαιτέρω ειδικών υπηρεσιών (Kotler κ.ά., 1993).
Σταδιακά, οι περισσότερες πόλεις, ανεξαρτήτως μεγέθους και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, αναζητούν τη βέλτιστη εικόνα τους και κατάλληλα κανάλια προβολής της, με σκοπό την αύξηση της ελκυστικότητας και της αναγνωρισιμότητάς τους (Μεταξάς, 2010) τους ως προς δυνητικές αγορές-στόχους (Γοσποδίνη και Μπεριάτος, 2006), εκπονώντας και υλοποιώντας εξειδικευμένα Σχέδια Marketing Πόλης, σε μια διαδικασία που χαρακτηρίστηκε ως «ανταγωνισμός των τόπων» (Dicken και Tickel, 1992).

Είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η Ταυτότητα Τόπου και οι στρατηγικές Marketing και Branding του Τόπου δεν σχετίζεται με τη διαφήμιση ή την πώληση, εφόσον ο χώρος δεν λειτουργεί ως «προϊόν». Είναι η δημιουργία και χρήση επικοινωνιακών εργαλείων, προκειμένου μια πόλη, μια περιφέρεια ή μια χώρα να βελτιώσει την εικόνα και τη φήμη της, να προσελκύσει επισκέπτες, επενδύσεις ή νέους κατοίκους και να δημιουργήσει συναισθήματα ταύτισης και περηφάνιας στους υφιστάμενους κατοίκους. Παράλληλα περιλαμβάνει και την προσπάθεια αντιστροφής ή ακύρωσης των όποιων αρνητικών εικόνων (Δέφνερ κ.ά., 2012).
Στα σύγχρονα δεδομένα, την Ταυτότητα Τόπου μπορούμε να τη δούμε ως σημαντικό εργαλείο του σχεδιασμού, αποσυνδέοντάς το από τη στενή σχέση του με το Μάρκετινγκ Τόπου και την ανταγωνιστικότητα, προτάσσοντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των τόπων και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μικρο-κοινωνιών. Για το σκοπό αυτό, θα χρειαστεί να επαναπροσδιοριστεί η μεθοδολογία προσέγγισης και ανάδειξης της ταυτότητας μίας περιοχής, να αναδειχθεί περισσότερο η διάσταση του σχεδιασμού και της διαβούλευσης, να ενισχυθεί η διεπιστημονικότητα, να προωθηθούν διαδικασίες που θα ενεργοποιούν τους πολίτες ως υποκείμενα του σχεδιασμού.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσέγγιση διαδραματίζει η «πρωτογενής επικοινωνία», αυτή που σχετίζεται με το αστικό τοπίο, τις υποδομές, την οργανωτική και διοικητική δομή και τη «συμπεριφορά» της πόλης. Βασικά στοιχεία της οργανωτικής-διοικητικής δομής αποτελούν η συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις και η διαμόρφωση δομών συνεργασίας μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (Kavaratzis, 2008). Δευτερεύοντα και συμπληρωματικά σε αυτό έρχεται η «δευτερογενής επικοινωνία», δηλαδή η διαφήμιση, οι δημόσιες σχέσεις, το λογότυπο, κ.α. και η «τριτογενής», η επικοινωνία δηλαδή της «φήμης» του χώρου, αυτή που διαμορφώνουν οι κάτοικοι και οι επισκέπτες και διαδίδεται από ανεπίσημα δίκτυα.

Ως κυρίαρχο ζήτημα αναδεικνύεται η επίτευξη μιας αποτελεσματικής δυναμικής που θα προσελκύσει και θα εμπνεύσει τους δρώντες στη συν-διαμόρφωση του οράματος και της εικόνας του τόπου (Σταμπουλής κ.ά., 2012). Τα εμπλεκόμενα μέρη αποτελούν το κλειδί του σχεδιασμού. Μέσα από δημιουργικό διάλογο, συνεργασία και συλλογικότητα, θα επιτευχθούν οι στόχοι της πόλης. Το πιο σημαντικό είναι να παρακινηθούν και να συνειδητοποιήσουν τη σημασία της οικοδόμησης ενός συστήματος διακυβέρνησης μέσα στην πόλη, να ενισχύεται η αμοιβαία συνεργασία μεταξύ των εμπλεκομένων φορέων στη συλλογική λήψη αποφάσεων και στην κοινή ανάληψη ευθυνών. Και στο σύστημα αυτό να συμμετέχουν δημιουργικά όλα τα επιμέρους υποκείμενα που το συνθέτουν: διοίκηση, έρευνα, επιχειρήσεις, εγχειρήματα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, κοινωνικοί φορείς, ενεργοί πολίτες.

4. Η Ημαθία ως Μελέτη Περίπτωσης
Η Περιφερειακή Ενότητα (πρώην Νομός) Ημαθίας βρίσκεται στη Μακεδονία εντάσσεται στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και την περιβάλλουν η Θεσσαλονίκη, η Πέλλα, η Κοζάνη και η Πιερία. Την αποτελούν τρεις Καλλικρατικοί Δήμοι της Βέροιας, που είναι η μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσά της, της Νάουσας και της Αλεξάνδρειας.

Είναι ένας σχετικά μικρός νομός, καθώς η έκτασή του των 1.701 τ.χλμ, και ο πληθυσμός του των 140.611 κατοίκων (απογραφή 2011), την κατατάσσουν αντίστοιχα στην 46 και 43 θέση, στους 52 νομούς της χώρας. Ωστόσο είναι μία σχετικά πυκνοκατοικημένη περιοχή, με πυκνότητα 84,4 κατοίκους στο τ.χλμ, γεγονός που την κατατάσσει μόλις στην όγδοη θέση. Είναι περιοχή που συνδυάζει αρμονικά το μεγάλο κάμπο της Κεντρικής Μακεδονίας με τα επιβλητικά όρη των Πιερίων (2.193 μ.) και του Βερμίου (2.052 μ.). Στο εσωτερικό της συναντάμε και τους ποταμούς Αλιάκμονα, Λουδία, Τριπόταμο και Τάφρο.

Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, αν και περιλαμβάνει το μεγάλο αναπτυξιακό πόλο της Θεσσαλονίκης, παρουσιάζει χαμηλές τιμές ως προς τους περιφερειακούς οικονομικούς δείκτες και σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα (ΓΓΕΤ, 2015). Παράλληλα παρουσιάζει σημαντικές εσωτερικές ανισότητες ανάμεσα στο ανεπτυγμένο «κέντρο» της Θεσσαλονίκης, που συγκεντρώνει τις οικονομικές δραστηριότητες, την έρευνα, τη διοίκηση και τις υποδομές και την σαφώς υποβαθμισμένη υπόλοιπη Περιφέρεια (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, RIS3, 2016).

Για να αντιμετωπίσει τη διαρθρωτική της κρίση, η Περιφέρεια δίνει έμφαση στις στρατηγικές που θα αναπτύξουν σημαντικά τον τομέα της μεταποίησης σε αυτήν, με το μετασχηματισμό του σε βιομηχανία έντασης γνώσεων, μέσω ενίσχυσης βασικών σχετικών λειτουργιών, όπως στρατηγική πληροφόρηση, αφομοίωση τεχνολογίας και ανάπτυξη καινοτομίας. Ως κρίσιμο άξονα σχεδιασμού αναγνωρίζει την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Περιφέρειας, τα οποία εξειδικεύει στη σημαντική πρωτογενή παραγωγή, την υπάρχουσα μεταποιητική υποδομή και γνώση, την κομβική γεωγραφική θέση και το ακαδημαϊκό - ερευνητικό δυναμικό της. Ως άλλοι κρίσιμοι άξονες αξιολογούνται η στροφή στην παραγωγή ποιοτικών και εξειδικευμένων προϊόντων, η εξωστρέφεια, η τεχνολογική αναβάθμιση των παραγωγικών μέσων, η ενσωμάτωση καινοτομικών στοιχείων και διαδικασιών σχεδιασμού - παραγωγής και οι συνέργειες. Και αναγνωρίζει έξι κρίσιμους τομείς, που η συστηματική υποστήριξή τους θα επιφέρει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα. Αυτοί, κατά σειρά, περιλαμβάνουν τις Επιχειρήσεις:

1. Αγροτοδιατροφικού Τομέα
2. Κλωστοϋφαντουργίας - Ένδυσης
3. Χη μικών/Ενέργειας (Πετροχη μικών - Χη μικών - Πλαστικών)
4. Μη μεταλλικών Ορυκτών - Ξύλου - Επίπλου
5. Μετάλλου (Μεταλλουργίας - Προϊόντων από Μέταλλο - Μηχανών - Εξοπλισμού)
6. Ηλεκτρικών Μηχανών και Συσκευών - Ηλεκτρονικών Υπολογιστών - Επικοινωνιών - Πληροφορικής

Για τους τομείς αυτούς η Περιφέρεια προτείνει εξειδικευμένες στρατηγικές, που θα εστιάζουν στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, παράγοντας και αξιοποιώντας τη νέα γνώση, θα ενισχύει και θα διατηρεί το ανθρώπινο δυναμικό και τις δεξιότητες καινοτομίας του κάθε τομέα, θα υποστηρίζει τις εθνικές και διεθνείς διασυνδέσεις και τις συνέργειες.

Η Περιφερειακή Ενότητα εξειδικεύει τις στρατηγικές στην Ημαθία. Η περιοχή εμφανίζει τους χαμηλότερους δείκτες και τα σημαντικότερα διαρθρωτικά προβλήματα, όχι μόνο στην Περιφέρεια, αλλά και στο Εθνικό επίπεδο. Ενδεικτικά, για την αρνητική οικονομική κατάσταση, η Ημαθία παρουσιάζει (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, 2015):
χαμηλό ΑΕΠ, που διαμορφώνεται στα 1.683 εκατ. ευρώ, δεύτερη μικρότερη τιμήστην Περιφέρεια
μεγάλη μείωση του ΑΕΠ, -22,7%, για το διάστημα 2004-2012, δεύτερη αρνητικότερη τιμή για την περιφέρεια (Εθνικός Μ.Ο. -19,8%)
χαμηλή ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και σημαντικός περιορισμός το 2004-2008: -22,8%. Είναι η δεύτερη χειρότερη επίδοση της Περιφέρειας (Ελλάδα: -20%)
Η προστιθέμενη αξία το διάστημα 2008-2012 χάνεται κυρίως από τον τομέα της Βιομηχανίας: -36,4%, μεγαλύτερη τιμή της Περιφέρειας (Μ.Ο.: -29,6%)
Παρουσιάζει από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας του εργατικού δυναμικού, σε όλες τις κατηγορίες, σε Εθνικό Επίπεδο.

Εξειδικεύοντας στους τρεις Καλλικρατικούς Δήμους, με την αποδελτίωση τύπου των τοπικών εφημερίδων «Λαός Ημαθίας» (με έδρα στη Βέροια) και «Φωνή Νάουσας», τη μελέτη κειμένων σχετικών με το Στρατηγικό Προγραμματισμό τους που μας διέθεσαν οι υπηρεσίες των Δήμων, καθώς κ.α. σχετικό υλικό που συμπεριλαμβάνεται στη βιβλιογραφία, προσεγγίστηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν την Ταυτότητα του κάθε Τόπου.

Ιδιαίτερα στρατηγικός ο ρόλος της Νάουσας για τη βιομηχανική ανάπτυξη της Ημαθίας τις προηγούμενες δεκαετίες. Μια πόλη με 18.882 κατοίκους (ΕΛΣΤΑΤ, 2011), είναι το μεγαλύτερο σε πληθυσμό ορεινό αστικό κέντρο της Ελλάδας. Ο Καλλικρατικός Δήμος έχει πληθυσμό 32.494 ατόμων. Η θέση της πλεονεκτεί αρχικά ως προς το φυσικό της περιβάλλον: χτισμένη αμφιθεατρικά στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Βέρμιο, οι ορεινοί όγκοι γύρω από τον οικισμό να καλύπτονται από πλούσια βλάστηση και την περιοχή του Αγίου Νικολάου -στα όρια του αστικού ιστού- να είναι ανακηρυγμένη ως «Τοπίο ιδιαιτέρου Φυσικού Κάλλους», τον πρώτο «μαγνήτη» για τη Νάουσα φαίνεται ότι της τον έχει δωρίσει απλόχερα η ίδια η φύση.

Στο εσωτερικό της έχουν διαμορφωθεί αρκετά και μεγάλα Πάρκα και Χώροι Αναψυχής. Το Δημοτικό Πάρκο δημιουργήθηκε την δεκαετία του 1950, είναι 30 στρέμματα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενδοαστικά πάρκα της χώρας, με επιβλητική θέα στον κάμπο, διαμορφωμένο ανθόκηπο και λίμνη 1,5 στρέμματος. Το γνωστότερο άλσος είναι του Αγίου Νικολάου, τρία χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, στις πηγές του ποταμού της Αράπιστας σε μια πυκνή βλάστηση από πλατάνια. Στην τοπική βλάστηση υπάρχουν επίσης άγριο αυτοφυές πυξάρι, φλαμουριές και βελανιδιές.

Το δεύτερο μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα το προσφέρει και αυτό η φύση και είναι ο ποταμός Αράπιτσα. Διασχίζει την πόλη και είναι ο σημαντικότερος υδροφορέας της περιοχής.

Παράλληλα, προσφέρει σημαντική υδροηλεκτρική ενέργεια, αποτελώντας την αιτία για τη χωροθέτηση σημαντικών εξωστρεφών βιομηχανιών τις περασμένες δεκαετίες, μέσα στην πόλη. Η σημαντική ανάπτυξη της βιομηχανίας, με βιώσιμο και ισόρροπο τρόπο, είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα που πρόσθεσε η ανθρώπινη δραστηριότητα στη Νάουσα.

Παρατηρείται μια ισορροπία ανθρώπινης δραστηριότητας, κατοικίας και ελεύθερων χώρων που εντυπωσιάζει αμέσως τον επισκέπτη. Τα βιομηχανικά κτίρια και οι κατοικίες βρίσκονται σε λειτουργική ισορροπία, με τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον. Τα βιομηχανικά κτίρια χαρακτηρίζουν την αρχιτεκτονική της, βρίσκονται διάσπαρτα σε ολόκληρο τον οικιστικό ιστό και χρησιμοποιήθηκαν κατά τον 19ο και 20ο αιώνα κυρίως ως Κλωστοϋφαντουργεία. Από τη δεκαετία του 90 και μετά τα εργοστάσια, σταδιακά έπαψαν τη λειτουργία τους, εξαιτίας της αποβιομηχάνισης. Έτσι, παρέμειναν σήμερα στην πόλη ως κλειστές βιομηχανικές εγκαταστάσεις, για να θυμίζουν τις παλαιότερες εποχές της ευημερίας της. Ορισμένα από αυτά περιήλθαν στον Δήμο και ξεκίνησε να τους αλλάζει χρήση. Ένα από αυτά στέγαζε, μέχρι πρόσφατα, το τμήμα Διοίκησης Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας ενώ άλλα έχουν γίνει Μουσεία και Πολυχώροι Πολιτισμού. Ωστόσο, τα περισσότερα βρίσκονται σε καλή κατάσταση, τα μηχανήματα είναι σχετικά πρόσφατης τεχνολογίας και καλοδιατηρημένα, επομένως θα μπορούσαν άμεσα να επαναχρησιμοποιηθούν για βιομηχανική χρήση.

Δεν ήταν όμως μόνο το συγκριτικό πλεονέκτημα της πόλης στην άφθονη και φτηνή ενέργεια που της πρόσφεραν τα νερά της που έφεραν την άνθιση της βιομηχανίας, αλλά και η ιδιαίτερα στρατηγική θέση της. 32 χλμ νότια από την Έδεσσα, 90 χλμ από τη Θεσσαλονίκη και 178 χλμ από τη Λάρισα.

Η Νάουσα είναι μία πόλη βιομηχανική, από την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης και παραμένει μέχρι και σήμερα, στοιχείο που έχει αποτυπωθεί στη φυσιογνωμία της πόλης. Ο οικισμός ξαναδημιουργήθηκε τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, με πρώτες βασικές δραστηριότητες την χειροτεχνεία: οπλουργία, χρυσοχοΐα, υφαντουργία, κ.ά. Το 1874-1875, τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, ξεκινά τη λειτουργία του η πρώτη βιομηχανία στο χώρο των Βαλκανίων, με την σύγχρονη έννοια του όρου. Ήταν το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας «Λόγγου-Κίρτση- Τουρπάλη».
Σύντομα, θα άνοιγαν και άλλες κλωστοϋφαντουργίες. Οι βιομήχανοι επωφελήθηκαν από τη διεθνή πτώση της τιμής βαμβακιού, του φτηνού νερού ως ενέργεια και των χαμηλών μισθών και έτσι κατάφεραν να ανταγωνιστούν με επιτυχή τρόπο τις εισαγωγές βαμβακερών από το εξωτερικό. Δεν αργούν και οι εξαγωγές στις χώρες της Ευρώπης.

Η Νάουσα αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Σε ένα αιώνα ο πληθυσμός θα διπλασιαστεί, ενώ θα ο τόπος θα αποκτήσει επιπλέον φήμη για το κρασί και για τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Έτσι, το 1912 που εντάχθηκε στο Ελληνικό κράτος, η Νάουσα ήταν μία βιομηχανική πόλη των 9.000-12.000 κάτοικων, με 20% ήταν βιομηχανικοί εργάτες, στην πλειοψηφία ανύπαντρες γυναίκες.
Οι ψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης θα διατηρηθούν και στο Ελληνικό κράτος. Νέες βιομηχανικές μονάδες ιδρύονται, η γεωργία εκσυγχρονίζεται με την συστηματική δεντροκαλλιέργεια και το εξωτερικό εμπόριο εκτινάσσεται. Η κλωστοϋφαντουργία παραμένει η «ατμομηχανή» για την οικονομία της πόλης. Η συνεχής αναπτυξιακή πορεία, με βασικό πυλώνα τη βιομηχανία, διακόπτεται από την αποβιομηχάνιση, τη δεκαετία του 90.

Σήμερα, η πόλη βιώνει με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα, που αγγίζει το 50%, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εργατικού Κέντρου της πόλης: «Πολλά λουκέτα έχουν μπει στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας, της επεξεργασίας ξύλου και της κονσερβοποιίας. Πριν από 15 χρόνια στην κλωστοϋφαντουργία απασχολούνταν 4.500 εργαζόμενοι, σήμερα δουλεύουν μόνο 200 άτομα. Στην επεξεργασία ξύλου δούλευαν 1.500 άτομα, φέτος μόλις 200» (Τσίτσης, 2012).

Από την παλιά σημαντική βιομηχανική παραγωγή της πόλης, παραμένει μόνο ένα μικρό ποσοστό της και αυτό περιορίζεται κυρίως στον Αγροτοδιατροφικό τομέα. Η οινοπαραγωγή στην περιοχή έχει αναπτυχθεί από την αρχή σε υγιείς και εξωστρεφείς βάσεις, μάλιστα είναι από τα πρώτα κρασιά στην Ελλάδα που κυκλοφόρησαν εμφιαλωμένα. Το όνομα της ιδιαίτερης ποικιλίας του κρασιού αυτού είναι το ξινόμαυρο, που αποτελεί Ονομασία Προέλευσης Ανωτάτης Ποιότητος.

Η ευρύτερη πεδινή περιοχή της Νάουσας παράγει υψηλής ποιότητας ροδάκινα, μήλα και κεράσια και διατίθενται σε εγχώριες και διεθνείς αγορές, ενώ ένα σημαντικό μέρος της αγροτικής παραγωγής συσκευάζεται ή/και επεξεργάζεται περαιτέρω, σε εργοστάσια της περιοχής. Η πόλη της Νάουσας είναι μία κλασική περίπτωση αποβιομηχάνισης, η οποία προκλήθηκε από εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες. Οι επιπτώσεις στην πόλη σημαντικές, αλλά δεν έχουν φτάσει σε σημείο απώλειας των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της περιοχής.
Η Νάουσα δεν υστερεί ούτε στην ενότητα πολιτισμός, με σημαντικό αρχαιολογικό και πολιτιστικό πλούτο. Ξεχωρίζουν τα ερείπια της περίφημης Σχολής του Αριστοτέλη, στη θέση «Ισβόρια» Νάουσας. Ο χώρος αυτός αξιοποιήθηκε τουριστικά, με φιλικό στο περιβάλλον σχεδιασμό και χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα LIFE Άλλοι σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι: το αρχαίο θέατρο της Μίεζας, ο μεγάλος Μακεδονικός τάφος «Κρίσεως», καθώς οι Μακεδονικοί τάφοι των Ανθεμίων και του «Kinch», ο Μακεδονικός τάφος των Λύσωνος και Καλλικλέους, κ.ά.

Έτσι, η πόλη συγκεντρώνει μεγάλο σχετικά αριθμό Μουσείων: το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο, το Μουσείο Οίνου και Αμπέλου, το Λαογραφικό Μουσείο Βλάχων, την Εύξεινο Λέσχη Ποντίων Νάουσας και τη Συλλογή Σιμανίκα. Οι αρχαιολογικοί θησαυροί, ο πολιτισμικός πλούτος, το ιδιαίτερο φυσικό και κτισμένο περιβάλλον και η φιλοξενία των κατοίκων, σε συνδυασμό με σύγχρονες υποδομές που διαθέτει η Περιφερειακή Ενότητα, όπως τα κοντινά χιονοδρομικά κέντρα «Σελίου» και «3-5 Πηγάδια», από τα γνωστότερα της χώρας, αναδεικνύουν την περιοχή σε ξεχωριστό τουριστικό προορισμό.

Στα 22 χλμ από τη Νάουσα βρίσκεται η πρωτεύουσα, έδρα και μεγαλύτερη πόλη της Περιφερειακής Ενότητας, Βέροια. Κτισμένη και αυτή στους πρόποδες του Βερμίου, έχει 43.158 μόνιμους κατοίκους (ΕΛΣΤΑΤ, 2011). Ο Καλλικρατικός Δήμος έχει πληθυσμό 66.547.
Είναι μία πόλη που ξεχωρίζει για τον υψηλό πολιτιστικό πλούτο, τις μοναδικές αρχαιότητες και την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, συνθέτοντας ένα ξεχωριστό ανθρωπογενές περιβάλλον που αποτελεί πόλο έλξης και συγκριτικό πλεονέκτημα για την περιοχή.

Σημαντικότεροι αρχαιολογικοί της χώροι: η Βεργίνα, στη θέση των αρχαίων Αιγών, με τον τάφο του Βασιλιά Φιλίππου και το σύγχρονο υπόγειο μουσείο, το Βήμα του Αποστόλου Παύλου, ιστορικό μνημείο παγκοσμίου ενδιαφέροντος και πηγή θρησκευτικού τουρισμού, ο Αρχαιολογικός χώρος Αγίου Παταπίου, κέντρο της αρχαίας, αλλά και της παλαιοχριστιανικής Βέροιας κ.ά.

Η Βέροια είναι επίσης γνωστή για τις πολυάριθμες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες. Σήμερα σώζονται 48, γεγονός που της έδωσε το όνομα «μικρή Ιερουσαλήμ».Σημαντικά και τα Οθωμανικά μνημεία της πόλης, όπως η παλαιά Μητρόπολη, το Χουνκιάρ Τζασίμι, το Καζακτσί και Ορτά Τζαμί -μερικές από παλιές εκκλησίες που μετέτρεψαν οι Τούρκοι σε τζαμιά- το Μεντρεσέ τζαμί, ένα νεότερο μουσουλμανικό τέμενος, που χρονολογείται από τα μέσα του 19ου αιώνα και το μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο. Η πόλη διατηρεί και προβάλλει το αξιόλογο ιστορικό, πνευματικό και εν γένει συμβολικό της κεφάλαιο με τα πολλά της μουσεία: το Βυζαντινό, το Αρχαιολογικό, το Μουσείο Εκπαίδευσης, το Μουσείο Νεότερης Ιστορίας και Τέχνης, το Λαογραφικό Μουσείο.

Παράλληλα, η πόλη έχει να παρουσιάσει ένα ιδιαίτερο οικιστικό σύνολο, με χαρακτηριστικά δείγματα της βεροιώτικης αρχιτεκτονικής και τους παραδοσιακούς οικισμούς Μπαρμπούτα και Κυριώτισσα, την εβραϊκή και τη χριστιανική συνοικία δηλαδή αντίστοιχα. Η Μπαρμπούτα χρονολογείται από τα ρωμαϊκά χρόνια (50 μ.Χ.). Ένα περίκλειστο και απομονωμένο «γκέτο», δίπλα στον ποταμό της πόλης, τον Τριπόταμο, με τη συναγωγή της και το θρησκευτικό λουτρώνα. Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά της στοιχεία τα σαχνισιά (προεξοχές των κτιρίων), ο υπερυψωμένος της στέγης ηλιακός και οι ιδιαίτερες δίφυλλες βαριές εξώπορτες. Η χριστιανική συνοικία Κυριώτισσα χαρακτηρίζεται από τα στενά καλντερίμια, τα λιθόστρωτα σοκάκια, τις στέγες των σπιτιών και τις μικρές λιθόκτιστες εκκλησίες. Ακολουθεί το αρχιτεκτονικό στυλ της Μπαρμπούτας με τα σαχνισιά και τις βαριές πόρτες. Πολλά από τα διατηρητέα σπίτια αναπαλαιώθηκαν και λειτουργούν ως χώροι αναψυχής/διασκέδασης.

Ξεχωρίζουν ακόμα το εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής κτίριο του 1905, που από το 1996 στεγάζει Δημαρχείο, το παλαιό δικαστικό μέγαρο, το νεόκτιστο Συνεδριακό κέντρο, το μεγάλο ανοικτό θέατρο «Μελίνα Μερκούρη» κ.ά. Χαρακτηριστικές και οι πάρα πολλές χτιστές με κόκκινο τουβλάκι δημόσιες βρύσες, με το νερό να τρέχει συνεχώς, διάσπαρτες στην πόλη.

Η Βέροια συνδυάζει τη σημαντική πολιτιστική παράδοση του παρελθόντος με την άνθιση του σήμερα, γεγονός που αποτελεί σταθερό πόρο και συντελεστή αστικής ανάπτυξης, δεδομένου ότι ήδη από χρόνια διαθέτει επαρκείς και εκσυγχρονισμένες υποδομές. Ξεχωρίζουν οι πολλές και σημαντικές πολιτιστικές εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα στην πόλη, στους χώρους γραμμάτων και τεχνών που διαθέτει, όπως η ευρωπαϊκών προδιαγραφών Δημοτική Βιβλιοθήκη -από τις κορυφαίες της χώρας- το Συνεδριακό Κέντρο, η Αντωνιαδείος Στέγη το Δημοτικό Ωδείο, η Σχολή Χορού, τα Εικαστικά Εργαστήρια και η Φιλαρμονική του Δήμου. Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας είναι από τα κορυφαία ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. στην Ελλάδα.
Στην πόλη στεγάζονταν μέχρι και το 2013 το Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ από το 2009 λειτουργεί το μεταπτυχιακό πρόγραμμα στην Επιστήμη του Διαδικτύου του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ανεπτυγμένος, και σε ποικίλες μορφές, είναι και ο αθλητισμός, θεωρείται μάλιστα η μητρόπολη του ελληνικού χάντμπολ. Οι αθλητές της σημειώνουν σημαντικές επιτυχίες και στα χειμερινά σπορ, ιδιαίτερα στο σκι.

Γνωστή και για τη γαστρονομία της, με την τοπική κουζίνα περιλαμβάνει φαγητά με μαγειρεμένα κρέατα, κυνήγι από τα δάση του Βερμίου, παραδοσιακές πίτες και τον αλμυρό μπάτζο, ο οποίος είναι ένα είδος τυριού. Παραδοσιακό γλυκό της πόλης αποτελεί το ρεβανί που διατίθεται σε όλα σχεδόν τα ζαχαροπλαστεία της Βέροιας, αλλά και οι σιροπιαστοί λουκουμάδες.

Στα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και το εξαιρετικό φυσικό περιβάλλον της. Ο ποταμός Τριπόταμος διασχίζει το δυτικό μέρος της πόλης και μπορεί κανείς να περπατήσει στα γεφυράκια και την κοίτη του. Η κεντρική πλατεία της πόλης, «Εληά», λέγεται και «μπαλκόνι της Βέροιας», λόγω της θέσης της, πάνω στην πλαγιά. Στα όρια του Δήμου βρίσκεται και το φράγμα του Αλιάκμονα, του μεγαλύτερου ποταμιού της χώρας, ένα άριστο δείγμα φυσικού κάλλους και μοναδικό θέαμα για τον κόσμο, όπου πραγματοποιούνται πολλές και σημαντικές εκδηλώσεις, κατά τη θερινή περίοδο. Αλλά και το τοπίο της Βέροιας είναι και αυτό μοναδικό, εξαιτίας κυρίως του καταπράσινου Βερμίου. Παρόλα τα εντυπωσιακά συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής, που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ανάπτυξη του τουρισμού, οι βασικοί τομείς της οικονομίας της πόλης είναι ο παραγωγικός αγροτικός τομέας και οι διοικητικές υπηρεσίες.
Τα βασικά αγροτικά προϊόντα είναι τα φρούτα και τα λαχανικά. Ξεχωρίζουν οι καλλιέργειες ροδάκινων, επιτραπέζιων και βιομηχανικών. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική στροφή και σε νέες καλλιέργειες. Σχετική και η βιομηχανική της δραστηριότητα, εστιάζει στον αγροτοδιατροφικό τομέα, ιδιαίτερα στη συσκευασία - κονσερβοποιία αγροτικών προϊόντων και χυμών, με σημαντικές μάλιστα εξαγωγικές επιδόσεις.

Σημαντική και η θέση της περιοχής, καθώς και οι υποδομές που διαθέτει. Βρίσκεται δίπλα στην Εγνατία οδό, διαθέτει σιδηροδρομικό σταθμό και εξυπηρετείται από τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Φλωρίνης και από τον προαστιακό σιδηρόδρομο της Θεσσαλονίκης, από όπου απέχει 68 χλμ.
Η πόλη ως διοικητικό κέντρο της Περιφερειακής Ενότητας και εξαιτίας των πολλών και σε σημαντική διάχυση πολιτιστικών δραστηριοτήτων σε αυτήν, αλλά και της εύκολης πρόσβασης από τη Θεσσαλονίκη, συγκεντρώνει σημαντικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ πολιτιστικό κεφάλαιο αποτελεί και το σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της που ασχολείται με αυτόν τον τομέα, είναι σχετικά υψηλής τεχνογνωσίας και αποτελεί τη δημιουργική τάξη της περιοχής.

Η Αλεξάνδρεια είναι η τρίτη πόλη της περιοχής, μία παραδοσιακά αγροτική πόλη, στο κέντρο του μεγάλου κάμπου της κεντρικής Μακεδονίας, με πληθυσμό 14.821 κατοίκους. Παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, με έμφαση τις αγροτο-κτηνοτροφικές δραστηριότητες, σε άμεση διασύνδεση με τον αναπτυξιακό πόλο της Θεσσαλονίκης, από την οποία απέχει μόλις 50 χλμ ή 30 λεπτά με το τραίνο. Η πόλη διαθέτει μία δραστήρια δημοτική βιβλιοθήκη.

5. Συμπεράσματα
Η Ημαθία αποτελεί μία ευρύτερη χωρική ενότητα με σημαντικά, σήμερα, διαρθρωτικά προβλήματα, η οποία ωστόσο συγκεντρώνει κρίσιμα συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει ο στρατηγικός σχεδιασμός, στη βάση ενός συνολικού - εναλλακτικού μοντέλου, για να δημιουργήσει σταθερούς και ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης.
Το μοντέλο αυτό θα εστιάζει στο τοπικό επίπεδο, θα αξιοποιεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις δεξιότητες, τα προτερήματα, τις προτιμήσεις και τις επιλογές των μικρο-τόπων, συνθέτοντάς τες τελικά σε ένα ενιαίο, λειτουργικό σύνολο. Σε αυτό το σύνολο τοπικών στοιχείων θα προσδώσει τα απαραίτητα εκείνα χαρακτηριστικά, ώστε το τελικό σχέδιο:

1. Να ικανοποιεί τις επιθυμίες και το όραμα που θα σχηματοποιήσει η τοπική κοινωνία.
2. Να αναδεικνύει τις εσωτερικές συγκεντρώσεις και τις χωρικές εξειδικεύσεις.
3. Να αναγνωρίζει, να ενισχύει και να επικοινωνεί, εσωτερικά και εξωτερικά, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των μικρο-τόπων και την ενιαία ταυτότητα της περιοχής.
4. Να ενισχύει την προστιθέμενη αξία των τελικών προϊόντων/υπηρεσιών.
5. Να προετοιμάζει και να οργανώνει έγκαιρα δομές και μηχανισμούς στήριξης, ώστε να καταφέρνει να υποστηρίζεται αποτελεσματικά από τη διοίκηση στο τοπικό επίπεδο, κατά την υλοποίησή του.

Η εφαρμογή στην Ημαθία θα έχει πιλοτικό χαρακτήρα, οι επιλογές θα διαμορφώνονται σταδιακά, ο σχεδιασμός θα περιορίσει τον κίνδυνο αστοχιών και αρχικών αδυναμιών του πρωτοποριακού εγχειρήματος, διατυπώνοντας από την αρχή συμβουλευτικούς μηχανισμούς ελέγχου και παρακολούθησης.

Κατά την εφαρμογή θα εξεταστεί σε βάθος και θα εξειδικευτεί η διαφοροποίηση των χαρακτηριστικών της Ταυτότητας. Η αρχική προσέγγιση έδειξε:
Νάουσα: Σημαντική βιομηχανική παράδοση, ιδιαίτερα στον Τομέα Κλωστοϋφαντουργία - Ένδυση, με μεγάλο αριθμό αργών σήμερα βιομηχανικών υποδομών και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, που παραμένει στην περιοχή. Ιδιαίτερη βιομηχανική παράδοση και υψηλός βαθμός αφομοίωσης από τον πληθυσμό της βιομηχανικής κουλτούρας. Ευκαιρίες ταχείας ανάπτυξης της καινοτομίας. Συγκριτικά πλεονεκτήματα για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού, ιδιαίτερα του συνεδριακού.
Βέροια: Ύπαρξη σημαντικών διοικητικών υποδομών. Δυνατότητες ανάπτυξης της Μεταποίησης, με έμφαση στον Αγροτοδιατροφικό Τομέα, καθώς και των υπηρεσιών σε σχέση με την μεταποίηση. Δημιουργική πόλη. Ιδιαίτερες δυνατότητες για τη βελτίωση της επισκεψιμότητας της περιοχής, με αξιοποίηση του πολιτιστικού πλούτου και προϊόντος, καθώς και της κουλτούρας των κατοίκων της.
Αλεξάνδρεια: Υψηλές δυνατότητες ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής και του αγροτοδιατροφικού τομέα, καθώς και σύγχρονων διαδικασιών logistics. Γειτνίαση με Θεσσαλονίκη και Λάρισα. Σημαντικές καλλιεργήσιμες - πεδινές εκτάσεις.
Η Ημαθία συνολικά έχει τη δυνατότητα να αναδείξει μία συνολική ταυτότητα που θα καταστήσει εφικτή την ισόρροπη ανάπτυξη των τομέων της. Έμφαση μπορεί να δοθεί στην ιδιαίτερη ανάπτυξη των κλάδων και των δραστηριοτήτων που αποτελούν την αλυσίδα αξίας «Βαμβάκι - Κλωστοϋφαντουργία - Ένδυση», στοχεύοντας στην ανάδειξη της περιοχής σε «Παγκόσμιο Κέντρο» ως προς τη συγκεκριμένη αλυσίδα. Παράλληλα, αποφεύγοντας τη «μονοκαλλιέργεια» υπάρχει η δυνατότητα να υποστηριχτεί η περαιτέρω ανάπτυξη του Αγροτοδιατροφικού Τομέα, καθώς και ο Τουρισμός, ιδιαίτερα οι ειδικές μορφές του που συνδέονται με καλύτερα αποτελέσματα για την περιοχή, όπως ο συνεδριακός ο πολιτιστικός, ο αρχαιολογικός κ.ά. Οι επιλογές αυτές εντάσσονται και στις προτεραιότητες του σχεδιασμού στο Περιφερειακό επίπεδο.

Για να υποστηριχτεί αποτελεσματικά αυτή η προοπτική, οφείλουν να ενεργοποιηθούν άμεσα και να το απαιτήσουν οι τοπικές κοινωνίες και οικονομίες, ώστε να ξεκινήσουν τις διαδικασίες διαβούλευσης που θα διατυπώσουν το όραμα για την περιοχή, θα συνεργαστούν για τη διατύπωση της ταυτότητας και θα συναποφασίσουν για τις κατάλληλες λύσεις και εφαρμογές, καταλήγοντας σε ένα συνολικό σχέδιο.

Η Ημαθία μπορεί και πρέπει να γίνει το πεδίο για την τεκμηρίωση ενός διαφορετικού αναπτυξιακού μοντέλου, με χωρική εξειδίκευση. Η παγκόσμια οικονομική αποδιοργάνωση και κατάρρευση αλλάζει τα δεδομένα του σχεδιασμού και υπάρχει πλέον η δυνατότητα να περάσουμε από τις «Ανταγωνιστικές Πόλεις» στα «Ευρύτερα Συνεργαζόμενα Χωρικά Συστήματα», συστήματα που θα ενισχύουν τοπικά την προστιθέμενη αξία του παρεχόμενου προϊόντος/υπηρεσίας τους, θα αξιοποιούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των περιοχών, θα επιτυγχάνουν σημαντικές οικονομίες συγκέντρωσης, θα αναδεικνύουν συνεργατικές νοοτροπίες και στρατηγικές. Για να μπορούν να έχουν αποτελεσματικότητα και διάρκεια οι πολιτικές αυτές, είναι αναγκαία η εξαρχής τεκμηρίωση ενός σχεδίου για την περιοχή, το οποίο θα ζητείται και θα αναπτύσσεται από το τοπικό επίπεδο, θα αναγνωρίζει και θα εξειδικεύει στην ταυτότητα της κάθε χωρικής ενότητας, θα υποστηρίζει τη συμμετοχή των μικρο-κοινωνιών ως δρώντα υποκείμενα του σχεδιασμού. Ένα σχέδιο που θα εκπορεύεται «από τα κάτω» και θα αποβλέπει στην ισόρροπη ανάπτυξη των «Χωρικών Συστημάτων».

Η ανάπτυξη αυτή στο τοπικό, θα μπορέσει να υποστηρίξει αποτελεσματικά και την Παραγωγική Ανασυγκρότηση στα μεγαλύτερα επίπεδα, αξιοποιώντας τα διαμορφούμενα δίκτυα και διασυνδέσεις, υποστηρίζοντας τις εξειδικεύσεις άλλων «Ευρύτερων Συνεργαζόμενων Χωρικών Συστημάτων», ούτως ώστε να λειτουργούν μεταξύ τους συμπληρωματικά, ενισχύοντας περαιτέρω την παραγόμενη αξία, προσβλέποντας σε οικονομίες κλίμακας, υποστηρίζοντας την εξωστρέφεια και ορθολογικοποιώντας τις διαδικασίες της αγοράς.

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Adecco Ελλάς (2016), ‘Η Απασχολησιμότητα στην Ελλάδα, 2016’
  • Γ.Γ. Βιομηχανίας, ΥΠΑΠΕΝ (2015), ‘Πλαίσιο Στρατηγικών Επιλογών Βιομηχανικής Πολιτικής 2014¬2020’.
  • ΓΓ Έρευνας - Τεχνολογίας (2015), ‘Εθνική Στρατηγική Έρευνας και Καινοτομίας για την Έξυπνη Εξειδίκευση (RIS3) 2014-2020’
  • Γοσποδίνη Α. και Μπεριάτος Η. (2006), ‘Μετασχηματισμοί των Αστικών Τοπίων στις Συνθήκες της Παγκοσμιοποίησης, του Ανταγωνισμού των Πόλεων και των Μεταμοντέρνων Κοινωνιών’, στο Α. Γοσποδίνη και Η. Μπεριάτος (επ) Τα Νέα Αστικά Τοπία και η Ελληνική Πόλη, Αθήνα: Κριτική. Δέφνερ, Α. και Καραχάλης Ν. (επ.) (2012) Marketing και Branding Τόπου. Η Γιεθνής Εμπειρία και η Ελληνική Πραγματικότητα, Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
  • Δέφνερ Α., Καραχάλης Ν. και Μεταξάς, Θ. (2012), ‘Εισαγωγή: Το Marketing και Branding του Τόπου στην Ελλάδα: Η Θεωρία, η Πρακτική και η Διδασκαλία ενός Πολυπιστημονικού Αντικειμένου’, στο Δέφνερ και Καραχάλης (επ.), 17-37.
  • Δήμος Αλεξάνδρειας Ημαθίας (2016), ‘Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Αλεξάνδρειας Ημαθίας’. Διαθέσιμο στο: http:/Av\v\v.alexandria.gr/index.php?option=com content&vie\v=section&lavoiit=blog&id=112&lt emid=42&lang=el
  • Δήμος Βέροιας (2016), ‘Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Βέροιας’. Διαθέσιμο στο: http://www.veria.gr/new/
  • Δήμος Ηρωικής Πόλεως Νάουσας (2015), ‘Προτεινόμενα Έργα για την Ε' Προγραμματική Περίοδο.’ Δήμος Ηρωικής Πόλεως Νάουσας (2016), ‘Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Νάουσας’. Διαθέσιμο στο: http://www.naoussa.gr/municipality/business-plan/index.htm Δήμος Ηρωικής Πόλεως Νάουσας (2016), ‘Δημοτικά Έργα που υλοποιεί ή ολοκλήρωσε ο Δήμος Νάουσας’. Διαθέσιμα στο: http://www.naoussa.gr/municipality/activities/projects.asp ΕΛΣΤΑΤ, ‘Απογραφή Πληθυσμού 2011’.
  • ΕΛΣΤΑΤ (2017), ‘Έρευνα Εργατικού Δυναμικού: 1981 - 2015’
  • Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2016), Βρυξέλλες: Πρακτικά 20/5/2016.
  • Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (2016), Βρυξέλλες: Συμπεράσματα Συνεδρίασης 15/12/2016 Eurostat (2014), Ευρωπαϊκές Στατιστικές για την Απασχόληση.
  • Harvey, D. (2009), Η Κατάσταση της Μετανεωτερικότητας, Αθήνα: Μεταίχμιο.
  • Καθημερινή, Η (2001), ‘Βιομηχανική Νάουσα’, Επτά Μέρες, 11/3/2001
  • Καραμανώφ Μ. (2011), Τα Όρια των Ιδιωτικοποιήσεων: Βιώσιμο Κράτος και Αημόσια Κτήση, Αθήνα: Κυριακίδης
  • Κολέμπας Γ. (2009), Τοπικοποίηση: Από το Παγκόσμιο στο Τοπικό, Αθήνα: Αντιγόνη.
  • Λαπαβίτσας Κ. (2012), Ρήξη; Αιέξοδος από την Κρίση της Ευρωζώνης, Αθήνα: Λιβάνη.
  • Κούσουλας Κ. (2001), ‘Η Νάουσα και τα Κρασιά της’, Νιάουστα, 94, 32-35 Λαός Ημαθίας, Διαθέσιμος στο: http: //www.laosver.gr/arxiki-news -portal .html
  • Μάρκου Μ. (2014), ‘Από το Υλικό των Ονείρων: Ο Φαληρικός Όρμος σε μία Ακόμα Μεγάλη Αφήγηση’, Γεωγραφίες, 24, 25-38 Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ε.Ε (2015), Τομεακή Ομάδα Εργασίας για την
  • Ανταγωνιστικότητα και Ανάπτυξη, Θεματική Ενότητα Βιομηχανία, ‘Αντικείμενο Αλυσίδες Αξίας’, Βρυξέλες: Πρακτικά 28/10/2015.
  • Μπούργος Μ. (2016), ‘Στρατηγικός Σχεδιασμός στη Βιομηχανία: Προτεραιότητα - Αναγκαιότητα και νέα Δεδομένα της Ανασυγκρότησης’, Εισήγηση στο Τριήμερο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο του Μαρξιστικού Χώρου Μελετών, Εθνικό Νόμισμα, Αημόσιο Χρέος και Παραγωγική Ανασυγκρότηση, 15-17/1/2016.
  • Παλαιολόγος Γ. (2014), ‘Στερεύει από Βιομηχανίαες η Β. Ελλάδα’, H Καθημερινή, 15/2/2014. Διαθέσιμο στο:http://www.kathimerini.gr/753960/artide/epikairothta/ellada/stereyei-apo-viomhxanies-h-v-ellada
  • Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης (2015), ‘Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας’.
  • Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (2016), ‘Η Στρατηγικής Ευφυούς Εξειδίκευσης (RIS3) στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας’.
  • Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (2015), ‘Μελέτη Διάγνωσης των Αναγκών της Αγοράς Εργασίας στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας’, Θεσσαλονίκη: Acronym Business Consultans ΣΕΒ (2017), ‘Εβδομαδιαίο Δελτίο για την Ελληνική Οικονομία’, 86, 2/3/2017, 1
  • Σταμπουλής Γ. Μπατή Α. και Σκάγιαννης Π. (2012), ‘Υπάρχει χώρος για το Εσωτερικό Μάρκετινγκ στο Στρατηγικό Σχεδιασμό του Τόπου;’, στο Δέφνερ και Καραχάλης (επ.), 168-181.
  • Toussaint E., Fatorelli M., CADTM και South J. (2011), Ανοίγουμε τα Βιβλία του Χρέους, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
  • Τσίτης Α. (2012), Εργατικό Κέντρο Νάουσας
  • Φωνή Νάουσας, Διαθέσιμη στο http: //www.foninaousis.gr/
  • Wikipedia, ‘Ημαθία’, Διαθέσιμο στο

Ξενόγλωσση
  • Bell D. (1973), The Coming of Post-Industrial Society: A Venture in Social Forecasting, New York: Basic Books, 1973
  • Dicken P. και Tickel A. (1992), “Competitors or Collaborators? The Structure of Inward Investment Promotion in Northern England”, Regional Studies 26 99-114.
  • Kotler P, Halder D. και Rein I. (1993), Marketing Places: Attracting Investments, Industry and Tourism to Cities, States and Nations, New York: The Free Press.
  • Metaxas T. (2010), “Cities Competition, Place Marketing and Economic Development in South Europe: the Barcelona Case as FDI Destination”, Theoretical and Empirical Researches in Urban Management, 5(14), 5-19. 

*Δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing & Branding Τόπου, Λάρισα 31 Μαρτίου-2 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου