Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Η κρίση και η επενδυτική στρατηγική των Πόλεων

Η περίπτωση του Μάντσεστερ και της Ζυρίχης.
#Ράλλης Γκέκας, Δρ. Οικονομικών ΤΑ
Η κρίση για να ξεπεραστεί χρειάζεται επενδύσεις. Οι επενδύσεις όμως δεν μπορούν πλέον να γίνουν με τον παλιό γνώριμο τρόπο. Πρώτον γιατί δεν υπάρχουν επαρκείς δημόσιοι πόροι. Δεύτερον γιατί το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει περιοριστεί, λόγω της κρίσης και τρίτον γιατί λόγω των αλλαγών στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον έχει αλλάξει η επενδυτική στρατηγική των πόλεων. Για αυτό το λόγο, το τελευταίο διάστημα, το ζήτημα των τοπικών επενδύσεων βρίσκεται στο επίκεντρο συζητήσεων της ευρωπαϊκής Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζονται τέσσερις καλές πρακτικές, επενδυτικής στρατηγικής, από Ευρωπαϊκές πόλεις. Επιλέχθηκε οι πόλεις αυτές να μην είναι πρωτεύουσες στις χώρες τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι οι συγκεκριμένες πόλεις αντιμετώπισαν την παγκοσμιοποίηση με εξωστρέφεια, την αύξηση της ανεργίας με δημιουργία επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και την ύφεση, με επενδύσεις καταρχήν σε υποδομές.Κοινό χαρακτηριστικό και των τεσσάρων καλών πρακτικών είναι η έμφαση στην καινοτομία, στη δημιουργία υποστηρικτικών θεσμών για την επιχειρηματικότητα και τις Μικρο-Μεσαίες Επιχειρήσεις, στη διευκόλυνση των start up εταιρειών, με νέα προϊόντα και θεσμούς, παρακάμπτοντας τις βραχυχρόνιες πολιτικές χρηματοδότησης ή των «θερμοκοιτίδων».
Για λόγους διευκόλυνσης το άρθρο έχει χωριστεί σε δύο μέρη. 
Στο πρώτο θα παρουσιαστούν οι καλές πρακτικές που αφορούν στο Μάντσεστερ και την Ζυρίχη, ενώ στο δεύτερο οι καλές πρακτικές της Λυών και της Βαρκελώνης.
Μάντσεστερ
Το Μάντσεστερ θεωρείται «γενέθλια πόλη του καπιταλισμού». Παράλληλα, αποτελεί και κλασικό παράδειγμα αποβιομηχάνισης. Η επενδυτική στρατηγική της πόλης στηρίχθηκε σε δύο πολύ σημαντικούς άξονες. Αφενός στην αναβάθμιση των ιδιωτικών και δημόσιων υποδομών, αφετέρου, στην αλλαγή της χρήσης και τη στροφή, από τη μεταποίηση και τη βαριά βιομηχανία, στις υπηρεσίες.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, το Μάντσεστερ φιλοξένησε τις περισσότερες έδρες κατασκευαστριών εταιρειών, από οποιαδήποτε άλλη βρετανική πόλη. Ωστόσο, τη δεκαετία του 1960, η πόλη υπέστη μεγάλης έκτασης αποβιομηχάνιση, καθώς δεν ήταν πλέον σε θέση να καταπολεμήσει τον μη αναστρέψιμο περιορισμό του τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και της βαριάς βιομηχανίας. Η ανεργία αυξήθηκε και κορυφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Από την εποχή αυτή και μετά, το Μάντσεστερ εισήλθε σε μια μεταβατική περίοδο, με κύριο χαρακτηριστικό τη στροφή προς τον τομέα των υπηρεσιών.
Κατά τις επόμενες δεκαετίες, επιχειρείται η ανατροπή της κρίσης, αναλαμβάνοντας τοπικές – περιφερειακές αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και μοχλεύοντας δημόσιους πόρους και ιδιωτικές επενδύσεις. Συνοικίες του κέντρου της πόλης και το Salford επιλέχθηκαν ως ο αναπτυξιακός καμβάς των επενδυτικών παρεμβάσεων.
Προς το τέλος αυτής της περιόδου, η πόλη ολοκλήρωσε, με επιτυχία, σειρά βασικών έργων υποδομής, όπως το δεύτερο σιδηροδρομικό σταθμό, στο αεροδρόμιο του Μάντσεστερ. Στο κέντρο της πόλης, πραγματοποιήθηκε μία από τις μεγαλύτερες πολεοδομικές αναπλάσεις ευρωπαϊκής πόλης μεσαίου μεγέθους, συμπεριλαμβανομένου ενός επιτυχημένου δικτύου τραμ. Κατασκευάστηκαν αθλητικές και πολιτιστικές υποδομές, όπως επίσης χώροι υποδοχής και υποστήριξης υπηρεσιών design. Κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας αναδείχθηκε μία πόλη βιώσιμη, με μητροπολιτική κουλτούρα, που αξιοποιεί την κληρονομιά της.
Στο νέο αιώνα, το κεντρικό Μάντσεστερ βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ραγδαία αναπτυσσόμενης περιοχής, το Greater Manchester (GM), που φιλοξενεί διεθνώς ανταγωνιστικά «clusters» στο λιανικό εμπόριο, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η κατασκευή μεγάλων χώρων γραφείων κυριαρχεί στην αγορά εμπορικών ακινήτων, καθώς χρηματοδοτικές και επαγγελματικές υπηρεσίες έγιναν οι τομείς με τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης, μέχρι το 2008.
Τα τελευταία χρόνια, το GM έχει θέσει ένα φιλόδοξο όραμα για το 2020. Στοχεύει να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της περιοχής, αξιοποιώντας τις οικονομικές δυνατότητές της και εξασφαλίζοντας παράλληλα, ότι οι κάτοικοι της θα μοιραστούν και θα συνεισφέρουν στην ευημερία. Προϋπόθεση αποτελεί η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, η οποία απαιτεί υψηλότερη παραγωγικότητα σε μία ανανεωμένη αγορά εργασίας, μείωση της εξάρτησης από τις δημόσιες υπηρεσίες και εξασφάλιση ότι όλοι οι κάτοικοι θα έχουν πρόσβαση στις βελτιωμένες ευκαιρίες, που συνδέονται με μια πιο εύρωστη οικονομία.
Η «Στρατηγική Ευρύτερο Μάντσεστερ» (GMS), δημοσιοποιήθηκε το 2009, προκειμένου να επιτευχθεί το όραμα της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Το μακροοικονομικό πλαίσιο, οι επιπτώσεις της ύφεσης και το μεταβαλλόμενο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, επαναπροσδιόρισαν τα δεδομένα. Η δημοσιονομική πολιτική έχει επίσης αλλάξει, προς την κατεύθυνση προώθησης της ανάπτυξης και μείωσης των δημοσίων δαπανών, με αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου και της λειτουργίας του δημόσιου τομέα, διαδικασία η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Την ίδια στιγμή, οι θεσμοί διακυβέρνησης στο Greater Manchester έχουν γίνει πιο ισχυροί και ώριμοι. Η νέα Greater Manchester Συνδυασμένη Αρχή (GMCA) είναι το μόνο όργανο του είδους της, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συγκεντρώνει δέκα τοπικές αρχές, που ανήκουν στο Greater Manchester και εστιάζει στις οικονομικές παρεμβάσεις, στο πλαίσιο μιας ενιαίας αγοράς εργασίας. Η GCMA υποστηρίζεται από μια ώριμη επιχειρηματική ηγεσία.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2011/2012 πάνω από τα δύο πέμπτα, (42%) των νέων προγραμμάτων που υλοποιούνταν στην περιοχή, προέρχονταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ένα πέμπτο (19%), από την Ευρώπη, (Γερμανία και Ιταλία). Πιο παραδοσιακοί επενδυτές, όπως χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και κεφάλαια ή χρηματιστηριακά γραφεία, έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή, από διάφορες περιοχές, όπως Ισραήλ, Γερμανία, Ασία, Νότια Αφρική και Σκανδιναβία. Επιπλέον, Βρετανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, που υποστηρίζονται από venture capital των ΗΠΑ, έχουν ολοένα και πιο ενεργή παρουσία. Το Μάντσεστερ έχει προσελκύσει παγκόσμιες, περιφερειακές και εθνικές εταιρείες, λόγω της υψηλής ποιότητας και επάρκειας επαγγελματικών δεξιοτήτων και της αποτελεσματικής δικτύωσης και συνδεσιμότητας.
Επενδυτική στρατηγική και εργαλεία
Η βασική στρατηγική και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται στο GM είναι:
  • Η συμφωνία του Ευρύτερου Μάντσεστερ, η οποία περιέχει α) Ταμείο Υποδομών, β) Επενδυτικό Πλαίσιο για το Μάντσεστερ, γ) Κόμβο Μαθητείας και Δεξιοτήτων.
  • JESSICA / Evergreen.
  • Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης.
  • Αεροδρόμιο – επιχειρηματική ζώνη.
  • Ρυθμίσεις εφαρμογής, οι οποίες περιλαμβάνουν: α) Εστίαση σε κλάδους «κλειδιά» ανάπτυξης β) Επένδυση σε υποδομές μεταφορών, γ) Επενδύσεις στις ψηφιακές υποδομές, δ) Εστίαση στις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες αγορές.
Η επενδυτική πολιτική του Μάντσεστερ, για την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης αποβιομηχάνισης, δεν οδήγησε σε αλλαγή οικονομικής πολιτικής αλλά σε αλλαγή οικονομικού προσανατολισμού. Από μία πόλη που στηριζόταν στον δευτερογενή τομέα, σήμερα είναι μία πόλη που στηρίζεται κατ΄ εξοχήν στις υπηρεσίες.
Τρία είναι, κατά τη γνώμη μου, τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από την εμπειρία του Μάντσεστερ.
  1. Για να προσελκυστούν επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα πρέπει να δημιουργηθούν οι απαραίτητες υποδομές. Άρα, της προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων προηγούνται οι δημόσιες.
  2. Παρά το ότι η πόλη άλλαξε οικονομικό προσανατολισμό, η νέα οικονομική της πολιτικής στηρίχθηκε στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της και το τοπικό παραγωγικό της σύστημα.
  3. Σε μία πόλη, που υπέστη για δεκαετίες τις επιπτώσεις της αποβιομηχάνισης, η αναδιανομή του πλούτου και η καθολική συμμετοχή στα νέα εισοδήματα, παραμένει πολύ ψηλά στην τοπική πολιτική, οικονομική και κοινωνική ατζέντα.
Ζυρίχη
Η Ζυρίχη παραδοσιακά ήταν μία πόλη που στηριζόταν στις υπηρεσίες. Η σχεδόν «μονοκαλλιέργεια» των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών δημιούργησε μία ευάλωτη, στις κρίσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τοπική οικονομία. Οι επενδύσεις που έγιναν στην πόλη είχαν ως στόχο όχι μόνο να αυξήσουν την προστιθέμενη αξία, αλλά και να θωρακίσουν την πόλη από ανάλογες κρίσεις, επενδύοντας και σε άλλους παραγωγικούς τομείς, εκτός των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η σημαντικότερη όμως επένδυση της πόλης, μετά την κρίση, ήταν στη γνώση. Η επένδυση στη γνώση δημιούργησε στην πόλη μεγάλα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και την κατέστησε ελκυστική όχι μόνο για επιχειρήσεις, αλλά για εργαζόμενους και νοικοκυριά.
Για αρκετές δεκαετίες η Ζυρίχη διέθετε μία οικονομία στηριζόμενη στην τεχνογνωσία, στους τομείς των μακροχρόνιων διεθνών τραπεζικών συναλλαγών και των, υψηλής ποιότητας, επιχειρηματικών υπηρεσιών. Η πόλη και η περιφέρεια έχει συνήθως πολύ καλύτερες επιδόσεις από την υπόλοιπη Ελβετία, στην παραγωγή προστιθέμενης αξίας και την παραγωγικότητα. Η σημαντικότερη συμβολή στην αύξηση του περιφερειακού ΑΕΠ οφειλόταν κυρίως στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα. Οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κάλυπταν πάνω από το ένα πέμπτο του συνόλου των θέσεων εργασίας, και το ένα τρίτο της προστιθέμενης αξίας, στην περιοχή της Ζυρίχης. Εκτός από τους χρηματοοικονομικούς τομείς, οι επόμενοι οικονομικοί τομείς είχαν να κάνουν με την αγορά ακινήτων, τις εταιρικές υπηρεσίες και τη χονδρική / λιανική πώληση.[1]
Στη δεκαετία του 1990, η Ζυρίχη έγινε μάρτυρας σημαντικών απωλειών θέσεων εργασίας και περιορισμού χώρων γραφείων, με συνέπεια τη μείωση των φορολογικών εσόδων. Η αύξηση του κόστους στέγασης οδήγησε νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος να μετεγκατασταθούν εκτός πόλης. Μέχρι το 2000, στο χρηματοπιστωτικό τομέα κυριαρχούσαν οι τράπεζες και πολύ λιγότερο οι ασφαλιστικές εταιρείες. Από το 2000, σε μία προσπάθεια αναστροφής της αρνητικής πορείας, άλλες υπηρεσίες έχουν προστεθεί, συμπεριλαμβανομένων της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, τα hedge funds και τις χρηματιστηριακές εταιρείες. Η Ζυρίχη, σταδιακά καθιερώθηκε ως ένα επιστημονικό κέντρο, αξιοποιώντας τα υψηλής φήμης πανεπιστήμια και κολέγια, καθώς και τις σταθερές αποδόσεις του τουρισμού. Ο συνδυασμός της οικονομίας και της γνώσης έχει προκαλέσει την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Κατά την τελευταία δεκαετία η «Οικονομική Ζώνη» της Ζυρίχης έχει ωφεληθεί σημαντικά από διμερείς συμφωνίες με την ΕΕ, οι οποίες εγγυώνται ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Οι εταιρείες κάνοντας χρήση των ευκαιριών που τους παρέχεται, προσλαμβάνουν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, από όλη την ήπειρο.
Η Ζυρίχη όμως, απεδείχθη ευάλωτη στις οικονομικές κρίσεις του 2001 και του 2008, κυρίως λόγω της μεταβλητότητας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η οποία επέδρασε στα έσοδα της περιοχής. Παραμένουν οι προκλήσεις, που συνδέονται με την αγορά ακινήτων και την κοινωνική και οικονομική ένταξη των διεθνών μεταναστών. Ο πληθυσμός της μητροπολιτικής περιοχής αυξήθηκε κατά 300.000, μέχρι το 2012 και προβλέπεται ότι η ανάπτυξη θα συνεχιστεί με εντατικούς ρυθμούς μέχρι το 2030.
Μέχρι πρόσφατα, η οικονομική διακυβέρνηση της Ζυρίχης αντανακλούσε τον βαθιά αποκεντρωμένο πολιτικό χαρακτήρα της περιοχής. Καθ ‘όλη την τελευταία δεκαετία δεν υπήρξε μια εντελώς σαφής δομή, ούτε ένας θεσμοθετημένος μηχανισμός για τη συνεργασία. Εξαίρεση αποτελούσε η «Ευρύτερη Περιοχή της Ζυρίχης». Ιδρύθηκε το 1999 και αποτελεί μία μη κερδοσκοπική αναπτυξιακή εταιρεία, που περιλαμβάνει δημόσια και ιδιωτικά κεφάλια. Χρηματοδοτείται από τα περισσότερα καντόνια της περιοχής και από δέκα ιδιωτικές επιχειρήσεις. Συνέβαλε στην ευαισθητοποίηση διεθνών εταιρειών και πολιτών, και ενθαρρύνει την εγκατάσταση ξένων εταιρειών, παρέχοντας συνεχή υποστήριξη.
Από το 2007, με βάση την πρωτοβουλία της πόλης και του καντονιού, δημιουργήθηκε η Zurich Metropolitan Conference, στην οποία συμμετέχουν η πόλη του Winterthur και η Ένωση Δημάρχων του καντονιού της Ζυρίχης. Δημιουργήθηκε έτσι ένα νέο στρατηγικό σώμα σχεδιασμού, με αντικείμενο την ανάδειξη των αναγκών της περιοχής. Η Zurich Metropolitan Conference δεσμεύτηκε να αυξήσει τη συνεργασία και την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ καντονιών και πόλεων, και να προσφέρει μια πλατφόρμα για δικτύωση και ανταλλαγή πληροφοριών.
Το 2009, αποφασίστηκε η ίδρυση της Zurich Metropolitan Area Association, με τη συμμετοχή 8 καντονιών και περισσοτέρων από 100 πόλεων και κοινοτήτων.
Τα υψηλά εισοδήματα και τα κέρδη των επιχειρήσεων της Ζυρίχης δημιούργησαν υψηλά φορολογικά έσοδα για την πόλη, τα καντόνια και τους δήμους. Αυτό επέτρεψε υψηλά ποσοστά επενδύσεων του δημόσιου τομέα στον προαστιακό σιδηροδρομικό δίκτυο του S-Bahn, τα πολυτεχνεία και πανεπιστήμια και τα ιδρύματα υγειονομικής περίθαλψης.
Οι δημόσιες επενδύσεις, σε έργα υποδομής, ενισχύονται από την ισχυρή ρευστότητα του καντονιού, που υποστηρίζεται και από την ικανότητα πρόσβασης σε πληθώρα τοπικών τραπεζών.
Η επενδυτική στρατηγική περιλαμβάνει επίσης ρυθμίσεις εφαρμογής, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν οι υποδομές μεταφορών, η ανάπτυξη εργατικού δυναμικού, οι τηλεπικοινωνίες, ο πολιτισμός και η στέγαση.
Η Ζυρίχη αποτελεί το παράδειγμα μίας πλούσιας πόλης που δεν άφησε την κρίση να την πανικοβάλλει. Η αντίδραση της ήταν άμεση και η επενδυτική της στρατηγική πάρα πολύ καθαρή.
Ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι όσο πλούσια και εάν είναι μία πόλη, η «μονοκαλλιέργεια» εμπεριέχει υψηλά ρίσκα. Συνεπώς, το οικονομικό αντικείμενο της πόλης θα πρέπει να είναι αρκετά διαφοροποιημένο, ώστε να ισορροπεί κλαδικές ανισορροπίες.
Ένα δεύτερο πολύ σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η πιο «βαριά» και ίσως πιο αποτελεσματική, επένδυση της Ζυρίχης είναι στη γνώση. Ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα, για πολλούς αιρετούς και στελέχη Ελληνικών δήμων, που έχουν ταυτίσει την ανάπτυξη με το μπετόν.
Το τρίτο πολύ σημαντικό συμπέρασμα έχει να κάνει με την αποκέντρωση και την ανάπτυξη. Η οικονομική «αυτοδυναμία» των Ελβετικών ΟΤΑ, τους έδωσε τη δυνατότητα όχι μόνο να λάβουν τις επενδυτικές αυτές πρωτοβουλίες, αλλά και να επανεισάγουν, στην τοπική κοινωνία και οικονομία, τα οφέλη από τη μεγέθυνση του οικονομικού αποτελέσματος.

*Πηγή : www.localit.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου