Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Η πόλη της κρίσης: Νέες προκλήσεις για τον αστικό σχεδιασμό στο Βερολίνο

Από τον φίλο Άρη Καλαντίδη πήραμε και δημοσιεύουμε το άρθρο του με τίτλο " Η πόλη της κρίσης: Νέες προκλήσεις για τον αστικό σχεδιασμό στο Βερολίνο " που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του ΣΑΔΑΣ "Αρχιτέκτονες".

"Η κρίση στο Βερολίνο δεν είναι φαινόμενο της τελευταίας χρονιάς. Αντίθετα θα μπορούσε να πει κανεις πως από την πτώση του Τείχους το 1989 η πόλη-κράτος Βερολίνο βρίσκεται σε διαδοχικές κρίσεις – διαφορετικής έντασης βέβαια και ποιότητας. Η συνεχής συρρίκνωση του κράτους τις τελευταίες δυο δεκαετίας, αλλά και πιο συγκεκριμένα η σημερινή οικονομική κρίση βάζουν μια σειρά από νέα ερωτήματα πάνω στο τραπέζι σχετικά με το ρόλο της δημόσιας διοίκησης στην πολεοδομία, αλλά και με την ευρύτερη δυνατότητά της να κατευθύνει την αστική ανάπτυξη.Ποιος είναι ο ρόλος διαδικασίων «εκ των άνω» και πώς συμβαδίζουν αυτές με κινήματα πολιτών; Πού σταματούν οι δυνατότητες παρέμβασης του κράτους, κυρίως όταν το κράτος έχει λιγότερα λεφτά απ’όσα είχε στο παρελθόν;

‘Επειτα η πραγματικότητα των πόλεών μας έχει αλλάξει: Η εγκατάσταση μεταναστών και η συγκέντρωσή τους σε κάποιες περιοχές θέτει πιεστικά ερωτηματικά σε σχέση με τις διαδικασίες ένταξής τους στους μηχανισμούς αποφάσεων. Τέλος η αυξανόμενη χωροκοινωνική πόλωση, με άλλα λόγια οι συγκεντρώσεις φτωχών ή πλουσίων σε συγκεκριμένες περιοχές, που κατά κάποιους ερευνητές είναι πολύ έντονο φαινόμενο στο Βερολίνο τα τελευταία χρόνια, κάνει κάποια κομμάτια της πόλης πιο ευάλωτα στην κρίση από άλλα.

Το ρυθμιστικό σχέδιο του 1994 που βασιζόταν σε προβλέψεις για σημαντική αύξηση του πληθυσμού της πόλης, στόχευε στον περιορισμό της εξάπλωσης της πόλης και στην αποφυγή νέων προαστίων στην περιφέρεια. Με τη λογική της εξοικονόμησης φυσικών πόρων (της βιωσιμότητας) προβλεπόταν πύκνωση της πόλης στα υπάρχοντα αστικά κενά, με ταυτόχρονη βελτίωση των δημόσιων χώρων και ανακαίνιση των παλαιότερων κτιρίων. Τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έδειξαν πως μια αύξηση του πληθυσμού τα επόμενα χρόνια είναι μάλλον απίθανη, κάτι που έφερε τις πολεοδομικές αρχές μπροστά σε ένα ασυνήθιστο πρόβλημα, την υπερπροσφορά κτιρίων τόσο για κατοικίες όσο και για γραφεία. Ισως η περίπτωση του πρώην αεροδρομίου Tempelhof εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο αυτό το ζήτημα. Με την κατασκευή ενός νέου διεθνούς αεροδρομίου στο γειτονικό κράτος του Βραδενβουργου έκλεισε την άνοιξη του 2008 το παλιο κεντρικό αεροδρόμιο απελευθερώνοντας μια έκταση περίπου 3860 στρεμμάτων κι ένα διατηρητέο κτίριο σχεδόν 300.000 τ.μ. Το δίλημα είναι σχετικά απλό: με ποιο τρόπο να αναπτύξει (και βασικά να χρηματοδοτήσει) η πόλη σε περίοδο διεθνούς κρίσης μια έκταση την οποία στην πραγματικότητα δε χρειάζεται; Περίπου το 1/3 του Βερολίνου είναι πράσινο ενώ η προσφορά για γραφεία και οι κατοικίες είναι ήδη μεγαλύτερη από τη ζήτηση. Μπορεί συμβολικά η μελλοντική χρήση του πρώην αεροδρομίου να είναι σημαντική, αλλά για προφανείς λόγους δεν υπάρχει καμιά πίεση για την ‘αξιοποίηση’ του, Αυτό δίνει σημαντική πίστωση χρόνου και μια σχετική πολυτέλεια στις αποφάσεις. Η σημερινή απόφαση προβλέπει να παραμείνει κενή η έκταση στο μεγαλύτερο μέρος της, χωρίς καμιά άμεση παρέμβαση, και να επιτραπεί περιορισμένη κατασκευή, κυρίως κατοικιών, στις παρυφές της. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε όμως είχε η διαδικασία λήψης αποφάσεων, που λειτούργησε συνδυάζοντας διεπιστημονικές επιτροπές εμπειρογνωμόνων, εργαστήρια πολεοδομικού σχεδιασμού αλλά και διαβούλευση (και μέσα από το διαδύκτυο) με το ευρύτερο κοινό.

Μεταλλαγές στην αντίληψη για την πόλη από τη μία και τα περιορισμένα οικονομικά του κράτους από την άλλη, επέφεραν σημαντικές μεταβολές και στην κλίμακα των παρεμβάσεων. Αυτές δεν αφορούν πλέον την πόλη στο σύνολό της, αλλά πολύ περισσότερο επικεντρώνονται στους τόπους της καθημερινότητας, στις γειτονιές. Πίσω από αυτήν την τάση βρίσκεται ένα εθνικό πρόγραμμα δράσης σε λειτουργία από το 1999, γνωστό ως κοινωνική πόλη, μια μετεξέλιξη των παλιών προγραμμάτων ανάπλασης. Αν και υπεύθυνος του προγράμματος παραμένει το Υπουργείο Αστικής Ανάπτυξης, οι παρεμβάσεις αφορούν κυρίως την κοινωνική και λιγότερο την υλικοτεχνική διάσταση του χώρου. Η πόλη δηλαδή γίνεται κατανοητή και σε πολιτικό επίπεδο μέσα από την καθημερινότητα των κατοίκων της. Το πιο διαδεδομένο εργαλείο για την υλοποίηση του προγράμματος είναι η λεγόμενη διαχείριση γειτονιάς, όπου ένα εξωτερικό γραφείο αναλαμβάνει την εφαρμογή του προγράμματος στο τοπικό επίπεδο. Παράλληλα με τον διαχειριστή υπάρχει η επιτροπή γειτονιάς, ενα εκλεγμένο σώμα από κατοίκους – όχι απαραίτητα με Γερμανική υπηκοότητα – που δαχειρίζεται και τους πόρους από το λεγόμενο ταμείο γειτονιάς. Με αυτόν τον τρόπο το πρόγραμμα δίνει πολιτικά δικαιώματα στους νέους κατοίκους της πόλης, τους μετανάστες, στη μικρότερη πολεοδομική μονάδα, τη γειτονιά, και ταυτόχρονα ενσωματώνει της πρωτοβουλίες των κατοίκων. Για να μην υπάρξει παρεξήγηση: οι τοπικές παρεμβάσεις μπορεί κάλλιστα να αφορούν ζητήματα υποδομών ή του δημόσιου χώρου, δηλαδή αμοιγώς πολεοδομικά με την στενή έννοια.

Είναι βέβαιο πως ο αστικός σχεδιασμός δεν περιορίζεται μόνον στα παραπάνω ζήτήματα όπως και πως πολλές ερωτήσεις παραμένουν αναπάντητες: Πώς είναι δυνατόν να διευθετηθούν π.χ. σε επίπεδο γειτονιάς προβλήματα πολύ ευρύτερων κοινωνικών ανακατατάξεων όπως είναι η φτώχια κι η ανεργία; Ήδη ανακοίνωσε η Γερμανική κυβέρνηση πως με αιτία (ή πρόφαση) την κρίση θα περιορίσει τα έξοδα για τα κοινωνικά προγράμματα. Τι σημαίνει αυτό για το πρόγραμμακοινωνική πόλη είναι αρκετά προφανές. Όμως η στροφή από τη μεγαλομανία της δεκαετίας του 1990 στις πρακτικές της καθημερινότητας, καθώς και η πιο διαφοροποιημένη ένταξη συμμετοχικών διαδικασιών στον αστικό σχεδιασμό, αποτελούν κέρδος που θα επιζήσει και αυτήν την κρίση."

Διαβάστε επίσης μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Simon Anholt με τίτλο "Simon Anholt : Αυτό που ονομάζουμε εθνική ανταγωνιστική ταυτότητα, στην ουσία, δεν υπάρχει"

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου