Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Γ.Πετράκος :«Παλιές και νέες προκλήσεις για την πόλη»

Η συζήτηση για την πορεία των πόλεων θα συνεχίζεται διαρκώς.Γιατί οι πόλεις αποτελούν τους σημαντικότερους "τόπους" δια-βίωσης των ανθρώπων.Γι' αυτό έχει μεγάλη αξία να  αντιλαμβανόμαστε   τα φανερά αλλά και τα υπόγεια αιτήματα των πόλεων για να προσαρμόζουμε στρατηγικές ,οράματα και προτάσεις στην  οικοδόμηση της σύγχρονης ταυτότητας τους.Αναρτούμε σήμερα την τοποθέτηση του Γ.Πετράκου  στην συζήτηση που οργάνωσε το ΙΣΤΑΜΕ τον Μάρτιο του 2006 με θέμα «Παλιές και νέες προκλήσεις για την πόλη»

Οι πόλεις μας θα πρέπει να πούμε καταρχήν ότι παράγουν περίπου το 90% του οικονομικού πλούτου της χώρας, του ΑΕΠ. Συνεπώς αποτελούν σε μεγάλο βαθμό έναν καθρέφτη, μια απεικόνιση του παραγωγικού μας συστήματος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όταν κανείς έχει μια οικονομία στην οποία επικρατεί η μικρή επιχείρηση, η μικρή δραστηριότητα, επόμενο και λογικό είναι το αντίστοιχο αυτού στην αγορά γης να επικρατεί η μικρή ιδιοκτησία.

Όταν κανείς έχει μια οικονομία στην οποία επικρατεί σε μεγάλο βαθμό αυτό που λέμε η γκρίζα οικονομική δραστηριότητα ή η παραοικονομία, η Ελλάδα έχει περίπου 30-40% παραοικονομία σαν ποσοστό στο ΑΕΠ, επόμενο είναι στην αγορά κατοικίας και στην αγορά γης να γίνονται ανεκτές πρακτικές, να υπάρχει δηλαδή μεγάλη ανοχή στην αταξία, στην παραβατικότητα ή ακόμα και στην παράνομη δόμηση. Έτσι λοιπόν η οικονομία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις πόλεις και αυτό το οποίο βλέπουμε, είναι σε μεγάλο βαθμό ο καθρέφτης της.
 

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι πόλεις αλλάζουν. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ένα στοιχείο στην ιστορική τους διαδρομή, είναι ζωντανοί οργανισμοί, μεγαλώνουν, εξελίσσονται, αναπτύσσονται, κάποιες παρακμάζουν, επηρεασμένες από μια σειρά ενδογενών και εξωγενών παραγόντων, δικά τους στοιχεία αλλά και στοιχεία του εξωτερικού περιβάλλοντος όπως η γεωγραφική τους θέση, το ανθρώπινο δυναμικό, οι επιλογές που κάνουν κάποια στιγμή στη διαδρομή τους και τέτοιοι άλλοι παράγοντες.

Το τρίτο στοιχείο είναι ότι οι πόλεις μας δεν είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικές ή ιδιαίτερα παραγωγικές. Αντανακλά και αυτό την οικονομία της χώρας μας, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε γενικές γραμμές παράγουν περιορισμένο εύρος σύγχρονων προϊόντων και υπηρεσιών τα οποία συχνά έχουν και δυσκολίες να προωθήσουν στις ευρύτερες αγορές, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσής τους εισάγεται. Έτσι λοιπόν, από τη μια μεριά έχουμε χαμηλή παραγωγικότητα, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, αντανάκλαση της οικονομίας την οποία έχουμε, και από την άλλη μεριά έχουμε δύσμορφες αγορές οι οποίες σε πολλούς κλάδους διαμορφώνουν τιμές οι οποίες είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά έχουν να κάνουν με το στοιχείο της ανταγωνιστικότητας.


Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι πόλεις διαφέρουν μεταξύ τους, δεν έχουν όλες το ίδιο μέγεθος, δεν έχουν την ίδια κοινωνική και παραγωγική διάρθρωση, δεν έχουν τις ίδιες προοπτικές και δεν έχουν τα ίδια προβλήματα. Είναι πιο εύκολο να συγκρίνει κανείς την Αθήνα με μια άλλη ευρωπαϊκή μητρόπολη, παρά να τη συγκρίνει με μια επαρχιακή πόλη της χώρας. Περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά θα βρούμε μεταξύ δύο μητροπόλεων διαφορετικών χωρών παρά μεταξύ μιας μητρόπολης και μιας μικρής πόλης.
Οι πόλεις λοιπόν διαφέρουν -και νομίζω είμαι και ο μόνος ομιλητής ο οποίος δε μένει στην Αθήνα- υπάρχουν μικρές και μεγάλες, αλλά υπάρχουν επίσης πόλεις οι οποίες εξαρτώνται από τις Υπηρεσίες, πόλεις που είναι εξειδικευμένες στον τριτογενή τομέα όπως η μητρόπολη, υπάρχουν πόλεις που εξαρτώνται από τον τουρισμό, υπάρχουν πόλεις οι οποίες εξαρτώνται από την αγροτική τους ενδοχώρα, υπάρχουν πόλεις οι οποίες ζουν από τον δημόσιο τομέα, τουριστικές πόλεις. Δεν υπάρχουν βέβαια στην Ελλάδα πλέον βιομηχανικές πόλεις, για μια σειρά από λόγους τους οποίους δεν μπορούμε να συζητήσουμε αυτή τη στιγμή και εγώ δεν παίρνω θέση, θεωρώ ότι αν πρόκειται για αποβιομηχάνιση ή για τριτογενοποίηση. Η ουσία είναι ότι η βιομηχανική δραστηριότητα πλέον στη χώρα μας, αλλά και στις περισσότερες πόλεις, έχει περιοριστεί σε ένα επίπεδο το οποίο είναι χαμηλότερο από τη συμμετοχή του τουρισμού στο ΑΕΠ.
Οι πόλεις μας επίσης αγνοούν το σχεδιασμό. Ελάχιστες διαθέτουν αναπτυξιακά σχέδια, τα οποία να επεξεργάζονται τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες τους και να προτείνουν μια συγκεκριμένη στρατηγική και φυσικά τις απορρέουσες πολιτικές για την ανάπτυξή τους. Επίσης ελάχιστες έχουν αναπτυχθεί ακολουθώντας προϋπάρχοντα πολεοδομικά σχέδια. Στην Ελλάδα ο πολεοδομικός σχεδιασμός συχνά θεωρείται η εκ των υστέρων νομιμοποίηση ιδιωτικών επιλογών και των δυναμικών της αγοράς –καμιά φορά λέγεται και επικυρωτική πολεοδομία.


Έτσι λοιπόν έχουμε πόλεις, οι οποίες συνήθως προκύπτουν ως προϊόντα ιδιωτικών δυναμικών και όχι ως αποτελέσματα ασφαλώς των δυναμικών της οικονομίας και της αγοράς, αλλά επίσης και μιας οργανωμένης παρέμβασης τόσο στον τομέα της οικονομίας όσο και στον τομέα του φυσικού σχεδιασμού.


Τέλος, οι πόλεις είναι ιδιωτικές. Ο ιδιωτικός χώρος είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στις ελληνικές πόλεις και έχει καταλάβει όχι μόνο τους πιθανούς ελεύθερους χώρους πρασίνου και αναψυχής, αλλά επίσης και τους απαραίτητους χώρους για τις βασικές οδικές υποδομές. Έτσι έχουμε ως αποτέλεσμα πυκνή δόμηση και στενοί δρόμοι να συνυπάρχουν σε ένα μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο έφτασε πάρα πολύ γρήγορα στα όριά του.


Εάν κανείς θέλει να συνοψίσει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα θα έλεγε ότι η ελληνική πόλη έχει μια σειρά από πλεονεκτήματα, τα περισσότερα βέβαια πηγάζουν από τη θέση της στη ζώνη του ήλιου, στο εύκρατο κλίμα της Ευρωπαϊκής ηπείρου, έχει λυμένα σε μεγάλο βαθμό τα οικιστικά προβλήματα, το πρόβλημα στέγασης δηλαδή των κατοίκων και έχει επίσης περιορισμένο κοινωνικό διαχωρισμό, προβλήματα κοινωνικού διαχωρισμού στις ελληνικές πόλεις δεν έχουν τουλάχιστον μέχρι στιγμής γίνει τόσο έντονα όσο στις ευρωπαϊκές πόλεις.
Από την άλλη μεριά η ελληνική πόλη έχει πολλά μειονεκτήματα. Όπως είπα πριν έχει χαμηλή ανταγωνιστικότητα, έχει ακριβά προϊόντα και υπηρεσίες, έχει περιορισμένο εύρος παραγωγικής βάσης και έλλειψη εξειδικεύσεων σε τομείς αιχμής, έχει έλλειψη δημόσιων χώρων, βασικών υποδομών, χαμηλή αισθητική αξία και μια διάσπαρτη εξω-αστική τόσο βιομηχανική όσο και οικιστική δραστηριότητα, η οποία αφενός μεν δημιουργεί συγκρούσεις χρήσεων γης και αφετέρου καταστρέφει το τοπίο.
Ένα όμως άλλο πρόβλημα έχει να κάνει με την πολιτική. Ένα από τα μειονεκτήματα των ελληνικών πόλεων είναι ότι σημαντικά μέσα άσκησης πολιτικής δεν είναι στα χέρια τους. Δηλαδή η δομή της Διοίκησης, όπως αυτή τη στιγμή είναι διαρθρωμένη στην Ελλάδα, δεν επιτρέπει σημαντικές παρεμβάσεις στο επίπεδο της πόλης.
«Παλιές και νέες προκλήσεις για την πόλη» - 29/3/2006
Δεν έχουν όλες οι πόλεις, ούτε μπορούν να έχουν όλες οι πόλεις την ίδια στρατηγική ανάπτυξης και η κάθε μία θα πρέπει να επιλέξει τη δική της διαδρομή, τη δική της πορεία, βασισμένη στις δικές της δυνατότητες να επενδύσει σε αυτά που μπορεί να εξειδικευθεί ή αυτά που μπορεί να διεκδικήσει ως εξειδίκευση.


Στο επίπεδο των γενικών στόχων θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε για το τι πόλεις θέλουμε. Θέλουμε πόλεις που να είναι ανταγωνιστικές, να δημιουργούν ικανοποιητικά εισοδήματα και θέσεις εργασίας, πόλεις που να έχουν κοινωνική συνοχή και να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα του κοινωνικού διαχωρισμού και της περιθωριοποίησης των ευπαθών ομάδων, πόλεις οι οποίες να προσφέρουν ποιότητα ζωής, καθαρό περιβάλλον, ελεύθερο χρόνο και πόλεις οι οποίες να έχουν αισθητική και να δίνουν την αίσθηση της ταυτότητας. Νομίζω σε αυτά δεν θα υπήρχε ιδιαίτερη διαφωνία σε γενικό επίπεδο διακηρυγμένων στόχων.


Τι μπορεί να κάνει κανείς. Εγώ θα ήθελα να σημειώσω δυο τρία πράγματα. Το πρώτο είναι ότι οι πόλεις θα πρέπει να μάθουν να σχεδιάζουν. Το είπε και ο συνάδελφος, ο Ηλίας Μπεριάτος, πολλά σχέδια γίνονται, αν και στο επίπεδο της πόλης δε γίνονται σχέδια, αλλά σχεδιασμό δεν έχουμε. Δεν έχουμε μάθει να σχεδιάζουμε, δεν έχουμε μάθει να οργανώνουμε τις δράσεις μας, να οργανώνουμε τις μελλοντικές μας ενέργειες με βάση ένα συνεκτικό σχέδιο.
Το δεύτερο το οποίο κατά την άποψή μου θα πρέπει να γίνει και αυτό δεν εξαρτάται τόσο από τις πόλεις, εξαρτάται από τις επιλογές της κοινωνίας ευρύτερα, είναι μια δημοσιονομική φορολογική και διοικητική αποκέντρωση. Το ελληνικό κράτος είναι ιδιαίτερα συγκεντρωτικό και αυτό σε πολλές περιπτώσεις δεν αφήνει περιθώρια δράσης στις πόλεις. Η οικονομική τους εξάρτηση από το κέντρο πολλές φορές δημιουργεί και μία αδυναμία στην άσκηση των κατάλληλων πολιτικών.
Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα τα οποία θα μπορούσε να πει κανείς, από το πώς γίνονται τα πολεοδομικά σχέδια μέχρι πιο απλά πράγματα. Να σας πω ότι στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 70 πόλεις με πληθυσμό πάνω από 10.000 κατοίκους, γύρω στις 25 όμως διαθέτουν βιομηχανικές περιοχές για να εγκατασταθούν εκεί οι μεταποιητικές επιχειρήσεις. Υπάρχουν δηλαδή βασικά ζητήματα υποδομών και πολιτικής, τα οποία δεν έχουν λυθεί ακόμα και τα οποία κατά την άποψή μου είναι πάρα πολύ σημαντικά.
Φυσικά η Διοίκηση στο τοπικό επίπεδο θα πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρούς Δήμους. Οι Δήμοι των 1.000 και των 2.000 κατοίκων, ακόμα και των 5.000 ή των 10.000 θα πρέπει να αποτελέσουν παρελθόν. Δεν μπορούν να ασκήσουν πολιτική, δεν μπορούν να λύσουν προβλήματα, άρα νομίζω ότι το μέλλον είναι προς τη συνένωση, τη δημιουργία ισχυρών Δήμων, ενδεχομένως μητροπολιτικών δήμων εάν αυτό δε δημιουργεί συνταγματικά προβλήματα.
Οι πόλεις επίσης θα πρέπει να στηριχθούν στο ανθρώπινο δυναμικό τους. Κάποιες από αυτές για παράδειγμα στην Ελλάδα θα σκεφτόμουν, οι μεγαλύτερες, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, η Πάτρα, ο Βόλος, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πόλεις της εκπαίδευσης και της έρευνας, θα μπορούσαν να είναι ό,τι είναι το Λονδίνο στην παγκόσμια κλίμακα για τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, τη Μεσόγειο. Πόλεις οι οποίες θα προσφέρουν υπηρεσίες αιχμής στην έρευνα, εκπαιδευτικά προγράμματα, ξενόγλωσσα ασφαλώς για όλον αυτό τον περίγυρο των λαών των χωρών, οι οποίοι αναπτύσσονται σταδιακά, ανοίγουν και διεκδικούν μερίδιο στη σύγχρονη γνώση, στη σύγχρονη εκπαίδευση.



*Απο τα πρακτικά του ΙΣΤΑΜΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου