Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Στοχαστικές παραλλαγές στην εικόνα της ελληνικής πόλης

#ΝΕΟΚΛΗΣ ΜΑΝΤΑΣ , Υποψήφιος Διδάκτωρ, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας & Περιφερειακής Ανάπτυξης, ΜΑ Αστικών Πολιτισμικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
#ΑΛΕΞΙΟΣ ΔΕΦΝΕΡ , Καθηγητής, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Η αφετηρία του προβληματισμού της εισήγησης είναι η παρατήρηση του Baudrillard στο έργο του Αμερική (1986/2004) ότι η Ευρωπαϊκή πόλη μοιάζει σαν να έχει ξεπηδήσει από ζωγραφικούς πίνακες, ενώ η Αμερικανική πόλη από τις κινηματογραφικές ταινίες. 
Κεντρικός στόχος της εργασίας είναι η διερεύνηση της έννοιας της εικόνας της πόλης, ώστε να τεθούν οι βάσεις μιας πιθανής παρομοίωσης για την σύγχρονη Ελληνική Πόλη, η οποία θα αναδεικνύει την ουσία της, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ταυτότητα όσο και την πρόσληψή της από τους επισκέπτες της. 
Η διαδικασία που ακολουθείται αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της εικόνας της πόλης ως βασική προϋπόθεση για ένα αποτελεσματικό branding πόλης.

Μια τέτοια προσέγγιση είναι λογικό να αναζητήσει τα εργαλεία της στη φαινομενολογία, η οποία αποτελεί μια τάση που έθεσε ανανεωτικούς επιστημονικούς, φιλοσοφικούς και καλλιτεχνικούς ορίζοντες στο στοχασμό για το χώρο. Αποτέλεσε μια εναλλακτική προσέγγιση των πραγμάτων ως φαινομένων, δίνοντας έμφαση στην ενσυνείδητη αντίληψή τους, αντίθετα με την μέχρι τότε καθιερωμένη κατάσταση του αυθύπαρκτου των πραγμάτων πέρα από το όριο της ανθρώπινης συνειδητοποίησης. Με τη συμβολή της φαινομενολογίας, οι τεχνοκρατικές προσεγγίσεις, οι κοινωνικο-ανθρωποκεντρικές θεωρήσεις και οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις μελέτησαν, νοηματοδότησαν ή εμπνεύστηκαν από την αρχή την εικόνα της πόλης.

Στο πρώτο μέρος, η εισήγηση εντοπίζει δυο σημαντικούς σταθμούς στη σχέση της φαινομενολογίας με την εικόνα της πόλης. 
Πρώτος σημαντικός σταθμός είναι η καταλυτική επιρροή της φαινομενολογικής προσέγγισης στην εικόνα της πόλης, όπως αυτή μπορεί να εντοπιστεί σε τρία έργα: 
α) «Η Εικόνα της Πόλης» του Lynch (1960), 
β) «Το Πνεύμα του Τόπου» του Norberg-Schulz (1980/2009) και 
γ) οι«Αόρατες Πόλεις» του Calvino (1972). 
Δεύτερος σταθμός είναι η πολιτισμική στροφή που συντελέστηκε κατά τη δεκαετία του ’70 -με επίκεντρο τον τομέα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών- και η οποία ενσωματώθηκε στη μεταμοντέρνα σκέψη για τη σύγχρονη αστική εμπειρία. 

Τα αποτελέσματα αυτής της στροφής στοιχειοθετούνται με βάση το Ντεριντιανό σχήμα ΧΩΡΑ = Εικόνα της Πόλης = Τόπος + Μύθος + Λόγος. Στο δεύτερο μέρος, αναλύονται οι πρώτες πιθανές στοχαστικές παραλλαγές οι οποίες θα μπορούσαν να περιγράψουν την εικόνα της Ελληνικής πόλης, όπως αυτές προέκυψαν από το πρώτο μέρος (Θεατρική Πόλη, Μυθιστορηματική Πόλη, Ποιητική Πόλη) και θα επιχειρηθεί μια πρώτη ερμηνεία τους ως προς το ποιά παρομοίωση είναι η πλέον αντιπροσωπευτική.

Εισαγωγή
Όταν ο Baudrillard (1986/2004) αναφέρθηκε στην αμερικανική και ευρωπαϊκή πόλη στηρίχθηκε στα οπτικά ερεθίσματα που δέχτηκε κατά την αστική περιπλάνηση, στους προϊδεασμούς που του προσέφερε η ευρωπαϊκή του ταυτότητα και στα συναισθηματικά αποτυπώματα που είχαν χαραχθεί στη μνήμη του από την προσωπική αστική εμπειρία. Τα αρχέτυπα της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής πόλης προήλθαν από ένα αμάλγαμα αποσπασματικών εμπειριών σε πραγματικές πόλεις και αποδόθηκαν με το σχήμα μιας καλλιτεχνικής παρομοίωσης (κινηματογράφος/ ζωγραφική). Ποιά ήταν όμως τα στοιχεία τα οποία κράτησε η μνήμη του Baudrillard ως συστατικά συγκρότησης της ιδιαίτερης ταυτότητας και εικόνας των δύο πόλεων;

Για την απάντηση, η παρούσα εργασία προσεγγίζει την πόλη ολιστικά και την ορίζει ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του τριμερούς σχήματος: Σώμα (υλική διάσταση: αστικός ιστός), Πνεύμα (άυλη διάσταση: τρόπος ζωής), Ψυχή (συμβολική διάσταση: ατμόσφαιρα) (Μαντάς, 2010). 
Τα υλικά, νοητικά και ψυχολογικά σπαράγματα που συνθέτουν την αστική εμπειρία σταχυολογούνται στο σχήμα της εικόνας της πόλης (Τόπος + Μύθος + Λόγος) (Στεφάνου & Στεφάνου, 1999) και αντιστοιχίζονται με τις τρεις βασικές εκφάνσεις της ανθρώπινης σκέψης: Επιστήμη, Φιλοσοφία, Τέχνη. 
Οι αναλογίες των τριών συστατικών της εικόνα της πόλης μπορούν να αποκαλύψουν στον ερευνητή την γενεσιουργό αιτία των παρομοιώσεων του Baudrillard (1986/2004).

Εν συνεχεία, η εργασία προεκτείνει το συλλογισμό εκφράζοντας κάποιες στοχαστικές παραλλαγές πάνω στην εικόνα της ελληνικής πόλης, ενώ παράλληλα επιχειρεί μια πρώτη αξιολόγηση ως προς το ποιά είναι η πλέον αντιπροσωπευτική. Μια τέτοια διαπίστωση κρίνεται εξαιρετικά κρίσιμη, καθώς προσπαθεί να φωτίσει την ιδιαίτερη περίπτωση της ελληνικής πόλης, που δεν εντάσσεται σε κάποιο από τα δυο αρχέτυπα του Baudrillard και συνεπώς οφείλει να αντιμετωπίζεται με ένα προσαρμοσμένο μίγμα πολιτικών και στρατηγικών.

1. Οι φαινομενολογικές καταβολές της εικόνας της πόλης
Για την κατανόηση των σημαντικότερων αλλαγών που προέκυψαν στο πεδίο των γεωγραφικών σπουδών αναφορικά με την εικόνα της πόλης (φαινομενολογική προσέγγιση, πολιτισμική στροφή και αποδόμηση), απαιτείται μια σύντομη αναδρομή στην εξέλιξη της αντίληψης του χώρου. Η μετάβαση από τον απόλυτο στον ανθρωπολογικό χώρο (τόπος) και η έμφαση στη νοηματοδότηση του χώρου από τον παρατηρητή αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους για τη σύγχρονη θεωρητική αντίληψη της εικόνας της πόλης.

Κατά το μοντερνισμό, οι θεωρήσεις των φιλοσόφων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού αποτέλεσαν το κυρίαρχο μοτίβο θεωρητικής προσέγγισης της πόλης ως χώρου στον τομέα των γεωγραφικών σπουδών. Σύμφωνα με αυτούς, ο χώρος αποτελούσε είτε μια αμιγώς καρτεσιανή έννοια με σαφείς και άμεσα αντιληπτές συντεταγμένες, όντας πεπερασμένος και απόλυτος, είτε μια προαπαιτούμενη διαίσθηση, η οποία ενυπήρχε στο υποκείμενο λειτουργώντας σε ένα αυστηρώς ορθολογικό πλαίσιο. Η πρώτη προσέγγιση ήταν εμπειριοκρατική, είχε τις ρίζες της στο έργο του Hume και όριζε το χώρο ως όριο, ενώ η δεύτερη ήταν ρασιοναλιστική, αποδίδονταν στον Kant (1781/1990) και εκλάμβανε το χώρο ως προϋποθετικό όρο για το ξεδίπλωμα της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτή η διελκυστίνδα ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις αποτυπώθηκε έντονα στη μοντέρνα θεωρητική αντιμετώπιση του αστικού χώρου (Βογιαζίδης, 2016), μονοπώλησε το επιστημονικό ενδιαφέρον και οδήγησε σε μια πλήρως αντικειμενική προσέγγισή του.

Οι σημαντικές -μα αποσπασματικές- νεωτερικές φωνές που εγείραν τις αμφιβολίες τους σχετικά με αυτή τη τάση προσέγγισης του αστικού χώρου (Mumford, Benjamin, Simmel) τροφοδότησαν την πρώτη συντονισμένη αντίδραση στην αυστηρώς τεχνοκρατική και αποστασιοποιημένη αντιμετώπιση του πολυδιάστατου αστικού φαινομένου στους κόλπους των ανθρωπογεωγραφικών σπουδών κατά τη δεκαετία του ‘70. Μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτισμικής στροφής (Knox & Pinch, 1982/2009)που συντελέστηκε, η φαινομενολογία ως μεθοδολογικό εργαλείο προσπάθησε να θέσει ένα ανανεωμένο θεωρητικό πλαίσιο για την αναζήτηση μιας υπερβατικής αντίληψης του αστικού χώρου, πέρα από τα όρια τα στενά όρια της καθολικότητας. Πλέον, η πόλη επέκτεινε τις καντιανές καταβολές του ορισμού της, εξήρε την υποκειμενικότητα της αντίληψης του παρατηρητή της και ανίχνευσε τη σχέση μεταξύ θεωρίας και καθημερινότητας μέσω της πρόθεσης, της ποιότητας και της οπτικής.

Η απόλυτη έννοια του αστικού χώρου διανθίστηκε με την ανθρωπολογική έννοια του τόπου, η οποία με τη σειρά της βασίστηκε στις άμεσες και έμμεσες εμπειρίες που αποκομίζει κανείς μέσω της χωρικής εμπειρίας. Άτυπο μανιφέστο αυτής της τάσης αποτελεί το έργο του ανθρωπογεωγράφου Yi-Fu Tuan (1977) “Space & Place: the Perspective of Experience’", στο οποίο αποκρυσταλλώνονται υπάρχουσες τάσεις και δρομολογούνται περαιτέρω εξελίξεις στις τρεις βασικές εκφάνσεις της χωρικής σκέψης: επιστήμη, φιλοσοφία, τέχνη (βασισμένο στο τριαδικό μοντέλο του Deleuze (1995) όπως αναφέρεται στον Πρελορέντζο, 2009). Ο τόπος δεν είναι μόνο ένα απρόσωπο και πεπερασμένο μέρος με γνωστές γεωγραφικές συντεταγμένες, αλλά μια υπερβατική τοποθεσία, η οποία δημιουργείται μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η πόλη αρχίζει να προσεγγίζεται συστηματικά ως νοηματοδοτημένος αστικός χώρος, όπου εκπληρώνονται οι βιολογικές ανάγκες του ανθρώπου, περιπλέκεται ο χρόνος και δομείται το προσωπικό αφήγημα.

Όπως είναι φυσικό, η ανάδειξη του νοήματος ως κύριου συστατικού της εμπειρίας μιας πόλης έθεσε σε νέα βάση την πρόσληψη της εικόνας της και διεύρυνε την προσέγγισή της από την καθαρά πραγματολογική σε μια πιο σύνθετη οντολογική διάσταση. Η εν λόγω αλλαγή υποβοηθήθηκε από το πνεύμα του μεταμοντερνισμού, το οποίο καλεί σε μια πιο υποκειμενική, ρευστή και ποιητική οπτική στο χώρο, πέρα από τη μεγάλη αντικειμενική αφήγηση.

Μέσα στο ευρύτερο πνεύμα του μεταμοντερνισμού, ο Derrida αναφέρεται στην αποδόμηση και καλεί σε μια νέα ανάγνωση των πραγμάτων. Η ουσία των πραγμάτων μπορεί να κρύβεται και σε αυτό που επιλέγουν να αποκρύπτουν ή σε αυτά που θα μπορούσαν να είναι. Αυτή η συλλογιστική κρύβεται και πίσω από το σχήμα ΧΩΡΑ= Τόπος + [Μύθος + Λόγος] (1987 - όπως αναλύεται στους Στεφάνου & Στεφάνου, 1999) και επιτρέπει μια ικανοποιητική πρώτη πρόσβαση στην υπερβατική εικόνα της πόλης.

2. Τρεις σταθμοί στη φαινομενολογική αντίληψη της εικόνας της πόλης
Στο πλαίσιο της εργασίας, το Ντεριντιανό σχήμα αποτελεί μια συμπύκνωση των σημαντικότερων αλλαγών που προέκυψαν στη θεώρηση της εικόνας της πόλης, αφού αντιστοιχίζεται με τις τρεις βασικές εκφάνσεις της σκέψης ως εξής: επιστήμη-παρατήρηση- Τόπος, φιλοσοφία-αντίληψη-Μύθος, τέχνη-ενσυναίσθηση-Λόγος (βασισμένο στο τριαδικό μοντέλο του Deleuze (1995) όπως αναφέρεται στον Πρελορέντζο, 2009). Επιπρόσθετα, το σχήμα χρησιμοποιείται ως οδικός χάρτης της ανανεωτικής κληρονομιάς της φαινομενολογικής προσέγγισης της εικόνας της πόλης στη χωρική επιστήμη, τη φιλοσοφία του χώρου και την τοπολογική τέχνη, μέσα από μια σύντομη αναδρομή στους προδρόμους ("The Image of the City” του Lynch), τους ανανεωτές (“Genius Loci” του Norberg-Schulz) και τους εκφραστές της (“Invisible Cities’’ του Calvino).

2.1 “The Image of the City” του K. Lynch (1960)
Το έργο του Lynch είναι το αποτέλεσμα μιας έρευνας που βασίστηκε σε ερωτηματολόγια και ανάλυση νοητικών χαρτών για την εικόνα των πόλεων της Βοστώνης, του Νιου Τζέρσεϋ και του Λος Άντζελες. Η προσέγγισή του μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σκηνογραφική αφού επικεντρώνεται:

α) στα υλικά χαρακτηριστικά, τα οποία τροφοδοτούν τη δομή της διανοητικής εικόνας και ταυτότητας της πόλης: οι Διαδρομές (κανάλια κίνησης όπως δρόμοι, πεζόδρομοι,
σιδηροδρομικές γραμμές), τα Όρια (μεταιχμιακοί χώροι που διακόπτουν τη γραμμική συνέχεια της πόλης όπως αστικά κενά, παραλιακό μέτωπο, τείχη), οι Περιοχές (αποσπάσματα της πόλης με κοινό χαρακτήρα στα οποία ο παρατηρητής εισέρχεται), οι Κόμβοι (στρατηγικά σημεία συνάντησης διαδρομών απ’ όπου ο παρατηρητής έχει την εποπτεία για να καταστρώσει την επικείμενη περιήγησή του στην πόλη όπως πλατείες, σταυροδρόμια, γωνίες δρόμων) και τα Τοπόσημα (εξωτερικά σημεία αναφοράς από διαφορετικές κατευθύνσεις και γωνίες, ευρείας ή τοπικής εμβέλειας όπως βουνό, κτήριο, μνημείο, δέντρο, σηματοδότηση),

β) στην κοινή διανοητική ή «δημόσια εικόνα» της πόλης, που μοιράζεται ένας μεγάλος αριθμός των κατοίκων της πόλης που βασίζεται στην αναγνωσιμότητα (η ιδιότητα που παρουσιάζει μια πόλη όταν τα χαρακτηριστικά της είναι ευδιάκριτα-καθαρότητα μορφής, αναγνωρίσιμα- προσανατολισμός και ομαδοποιήσιμα υπό ένα γενικό μοτίβο) και την απεικονισιμότητα (η ιδιότητα της πόλης να εγείρει δυνατές εικόνες σε έναν παρατηρητή).

Αν και οι άυλες πτυχές της εικόνας της πόλης που αφορούν στο όνομα, τις κοινωνικές συνθήκες, τις λειτουργίες και την ιστορία της πόλης δεν συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο, οι παραδοχές του Lynch πως «τίποτα δεν βιώνεται ως ανεξάρτητη και αυθύπαρκτη εμπειρία, αλλά ως σύμπλεγμα σχέσης με τον περιβάλλοντα χώρο, διαδοχής γεγονότων και παρελθοντικής μνήμης» και πως «κάθε εμπειρία είναι εμπλουτισμένη με αναμνήσεις και νοήματα» (Lynch, 1960) διαπερνούν το έργο και το καθιστούν πρόδρομο μετάβασης από τον άκρατο θετικισμό της εποχής του σε μια φαινομενολογική προσέγγιση της εικόνας της πόλης.

Το επιστημονικό βλέμμα του Lynch, κρατώντας τη θετικιστική του καταβολή, παρατηρεί τον αστικό χώρο και εντοπίζει τα δομικά συστατικά του στοιχεία. Για τον Lynch o αστικός χώρος αποτελεί το σκηνικό τόπο στον οποίο καλείται να διαδραματιστεί η αστική καθημερινότητα και ο οποίος μπορεί να επηρεάσει την ψυχολογία και κατ’ επέκταση την εμπειρία του παρατηρητή (προσανατολισμός και ταύτιση). Ωστόσο, αντιλαμβάνεται τα σημάδια μιας εκκολαπτόμενης ανάγκης για επέκταση του αυστηρά πραγματιστικού ορισμού της πόλης και την ανάδυση ενός φορτισμένου με νοήματα χώρου (Τόπος). Το «The Image of the City» (1960) εξαντλεί την υλική διάσταση της πόλης κωδικοποιώντας τα στοιχεία της και ανοίγει τους ορίζοντες για μια οντολογική προσέγγιση της εικόνας της πόλης.

2.2 “Genius Loci” του C. Norberg-Schulz (1980/2009)
Το έργο του Norberg-Schulz -όπως φανερώνει και ο πλήρης τίτλος του: «Προς μια Φαινομενολογία της Αρχιτεκτονικής»- επιχειρεί την εισαγωγή της φαινομενολογικής διάστασης στην αντίληψη της αρχιτεκτονικής των φυσικών και ανθρωπογενών τόπων και τοπιών. 
Το βιβλίο ενδιαφέρεται για τον υπαρξιακό χώρο, τον οποίο ορίζει ως νοηματοδοτημένο και αντιδιαστέλλει με τον αυστηρά λογικο-μαθηματικό χώρο. Παίρνοντας το νήμα από τον Lynch και ανατρέχοντας στο τετραμερές του Heidegger (Γη-Ουρανός/ Θεοί-Θνητοί), εισέρχεται στον λαβύρινθο του νοήματος των τόπων, επενδύει την έννοια του Τόπου με αυτή του Μύθου και αναδεικνύει την ατμόσφαιρα του τόπου ως κύριο παράγοντα ταύτισης με αυτόν. 
Για τη συγκεκριμένη εργασία, το έργο του Norberg-Schulz συμβολίζει τον εμπλουτισμό της υλικής διάστασης της εικόνας των πόλεων με μια φιλοσοφική προέκταση, η οποία οδηγεί σε μια ολιστική και πιο ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του αστικού φαινομένου. Η μακραίωνη παρουσία του νοήματος των τόπων αποδίδεται σε μυθολογικές απαρχές και διατρέχει την ιστορία τους.

Κυρίαρχη έννοια στο βιβλίο για την αναζήτηση της μυθοποιημένης ατμόσφαιρας των τόπων είναι το αέναο Πνεύμα του Τόπου (Genius Loci). Είναι αυτό που υπαγορεύει «το σεβασμό και τον εναρμονισμό που χρειάζεται εκ μέρους των ανθρώπων, ώστε να κατοικήσουν έναν τόπο» (Norberg-Schulz, 1980), ενυπάρχει στον φυσικό και ανθρωπογενή τόπο με τη μορφή του μύθου, αποτελεί μια σταθερά στη συνεχώς μεταβαλλόμενη εικόνα του τόπου προσδίδοντας νόημα και ελλοχεύει στα έργα των καλλιτεχνών. Για τον τελευταίο λόγο, ο Norberg-Schulz πιστεύει πως η Τέχνη είναι το βασικό συνθετικό εργαλείο για την κατανόηση των τόπων ως φαινομένων, αφού είναι αυτή που συμπυκνώνει τα νοήματα των τόπων.


Σύμφωνα με τον Norberg-Schulz (1980), η μορφή όλων των ιστορικών πόλεων εμπνεύστηκε από το φυσικό τους περιβάλλον και εξελίχθηκε πάνω σε ένα σχέδιο απόκρισης σε αυτό: το γεμάτο εναλλαγές φυσικών χαρακτηριστικών βορειο-ευρωπαϊκό τοπίο των ξωτικών και των νεραϊδών, το αρμονικά ήπιο τοπίο των ανθρωπόμορφων θεών της Μεσογείου και το ερημικό τοπίο των ανατολικών τόπων της παντοδύναμης φωνής του Θεού οδήγησαν στο ειδυλλιακό νόημα των μεσαιωνικών πόλεων, το συμβιωτικό χαρακτήρα των κλασσικών πόλεων και την αυστηρή συμμόρφωση των ανατολικών πόλεων στο γεωμετρικό κανόνα αντίστοιχα.

Παράλληλα, ανησυχεί για τους ελλειμματικά μυθοποιημένους τόπους της σύγχρονης εποχής και σε αυτή την νοηματοδοτική έλλειψη αποδίδει την αισθητική αδιαφορία των σημερινών πόλεων. Οι νέες πόλεις που προέκυψαν από την καπιταλιστική ανάπτυξη των δυτικών κοινωνιών, καθώς και οι νεότερες αναπτυσσόμενες πόλεις που ακολούθησαν την ίδια πορεία, βρέθηκαν να μιμούνται την άκρατη λειτουργικότητα των προτύπων τους παραμερίζοντας τα ιδιαίτερα φυσικά και πολιτιστικά ερεθίσματα των τόπων τους. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα μη σεβασμού του Πνεύματος του Τόπου για τον Norberg-Schulz αποτελεί η αμερικανική πόλη, στην οποία η ταύτιση του κατοίκου με την πόλη παραγκωνίζεται σε βάρος ενός διαδικαστικού καθημερινού προσανατολισμού γοργών ρυθμών καθημερινότητας.

2.3 “Invisible Cities” του I. Calvino (1972)
Το μυθιστόρημα του Calvino παραθέτει τις τοπολογικές διηγήσεις του εξερευνητή Μάρκο Πόλο στον Κινέζο αυτοκράτορα Κουμπλάι Χαν από τις πολιτείες της Αυτοκρατορίας που δεν θα προλάβει ποτέ να επισκεφτεί. Το έργο έχει σαφώς φαινομενολογική χροιά, καθώς αναφέρεται στις πιθανές εντυπώσεις που μπορεί να γεννήσει μια περιήγηση στην πόλη. Στο επίκεντρο βρίσκεται η άρρηκτη σύνδεση μεταξύ εικόνας της πόλης, περιήγησης και φαντασιακού.
Όλες οι πόλεις του μυθιστορήματος είναι φανταστικές και εμπεριέχονται στην απέραντη και ανεξερεύνητη γη της Κίνας (θηλυκό αρχέτυπο), ενώ ο εξερευνητής τους είναι ένας περίεργος πλάνητας (αρσενικό αρχέτυπο). Οι λογοτεχνικές του διηγήσεις πάντα ξεκινούν από την ονομασία (Λόγος) και συνεχίζονται με την λεκτική περιγραφή της εκάστοτε πόλης (Τόπος), ενώ το ταξίδι αποτελεί συνθήκη μεταφοράς από τη μια ιστορία στην άλλη και η περιπλάνηση τροφοδοτεί την παραγωγή αναμνηστικών εικόνων.

Το μεταμοντέρνα αποσπασματικό στήσιμο του μυθιστορήματος και το μοντερνιστικό ψυχαναλυτικό του μοτίβο αντηχούν την υποκειμενική διάσταση της βιωματικής εικόνας της πόλης και την διαχρονική ανάγκη επινόησης μιας διαλεκτικής για την ιδιοποίησή της. Μπροστά σε αυτή τη μεταιχμιακή κατάσταση ο Calvino αφήνεται σε μια ιδιοσυγκρασιακή γραφή, η αποκωδικοποίηση της οποίας συνοψίζει τα διαφορετικά συναισθηματικά προφίλ της εικόνας της πόλης, που υπαγορεύονται από την εκάστοτε κλίση του εκκρεμούς του παρατηρητή μεταξύ αστικής καθημερινότητας (πραγματικότητα) και προσδοκίας διαφυγής από αυτή (φαντασία).


Η πραγματικότητα της πόλης που συντελείται εντός του σκηνικού αστικού χώρου προσδίδει στην αστική εμπειρία τη ρεαλιστική διάσταση της εικόνας της. Η όψη της πόλης παίρνει ζωή με τις ανταλλαγές εμπορευμάτων (οικονομικές συναλλαγές), ιστοριών (επικοινωνία), πληθυσμών (πολύπολιτισμικότητα), βλεμμάτων και ρόλων (κοινωνικές συμβάσεις) και τις εναλλαγές των διαδρομών που οδηγούν στη λαμπερή ή τη σκοτεινή εκδοχή της. 
Ο παρατηρητής φιλτράρει αυτά τα ερεθίσματα μέσω της ματιάς και της ψυχολογίας του. 
Παράλληλα, η τάση για διαφυγή από την μη-τέλεια πραγματικότητα της πόλης πυροδοτεί το φαντασιακό. 
Κατά τον Calvino, η ουτοπία της αναζήτησης της ιδανικής πόλης προϋποθέτει ένα ιδιότυπο μίγμα θεϊκής πρόνοιας και τεχνολογικής εξέλιξης, ενώ η δυστοπία της πόλης ως χωρική μεταφορά του προσδοκώμενου παραδείσου απογοητεύει. Ένα αδιόρατο δίχτυ προστατεύει κάθε πόλη από την ενδεχόμενη καταστροφή και διαιωνίζει την προσπάθειά της να ενωθεί με το ουράνιο πρότυπό της, ενώ υπέργεια και υπόγεια μηχανικά δίκτυα ανανεώνουν αυτή την αποστολή.

Αυτή η διαρκώς εναλλασσόμενη φύση της αστικής εμπειρίας οδηγεί στην αποκάλυψη της ουσίας της πόλης. Οι υλικές και άυλες πτυχές της πόλης συγκεράζονται και δημιουργούν τη συμβολική της εικόνα, η οποία φέρει σημαίνουσες και σημαινόμενες ποιότητες. Σύμβολα και ιδεογράμματα, μουσικές και όνειρα, μύθοι και ιστορίες, αρχιτεκτονικά τοπόσημα, γλωσσικά σημεία και ονόματα αποτελούν την ‘σκοτεινή ύλη’ που συγκρατεί δεμένη την ιδέα της πόλης. Η αποκρυπτογράφηση και η συναίσθησή τους έγκειται στην ψυχολογία και το υπόβαθρο του παρατηρητή.

3. Το Ντεριντιανό Σχήμα της Εικόνας των Πόλεων
Μετά από τη σύντομη αναδρομή στη διαδικασία μετάβασης από τον αστικό χώρο στον αστικό τόπο και την ανάδυση της φαινομενολογικής διάστασης της εικόνας των πόλεων σε τρία έργα σταθμούς, υπογραμμίστηκε ο σημαίνων ρόλος των εντυπώσεων που προϊδεάζουν και συνοδεύουν τα νοήματα των εικόνων των πόλεων.

Αυτή την ουσιώδη αναγνώριση κρύβει και η διαπίστωση του Baudrillard στο έργο “America” (1986/2004) ότι η Ευρωπαϊκή πόλη μοιάζει σα να έχει ξεπηδήσει από ζωγραφικούς πίνακες, ενώ η Αμερικανική πόλη από τις κινηματογραφικές ταινίες. Ο ίδιος ο συγγραφέας πιάνει τον εαυτό του να περιπλανάται σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές πόλεις, έχοντας κάποιους προϊδεασμούς για την εικόνα τους: η Ευρώπη είναι ο τόπος της Ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς, ενώ η Αμερική μια απέραντη έρημος ταχύτητας και κοινοτοπίας. Έπειτα, χρησιμοποιεί μεταφορές που προϋποθέτουν οπτικά ερεθίσματα (η πόλη αποτυπωμένη σε ζωγραφικές εικόνες, η πόλη κινούμενη σε κινηματογραφικά πλάνα), επιχειρεί κοινωνικο-ιστορικές αιτιολογήσεις (αναφορές σε ιστορική συνέχεια, πολιτιστική καταβολή, κοινωνικό ιστό σχέσεων, σημεία αναφοράς) και τελικά εκφράζει τις συναισθηματικές καταστάσεις του ως παρατηρητή (η πόλη ως φαινόμενο που εγείρει την επιθυμία, τη σαγήνη, το δέος, την αδιαφορία).

Η αποκωδικοποίηση της σκέψης του Baudrillard (1986/2004) παρουσιάζει μια εκλεκτική συγγένεια με το αποδομηστικό μοντέλο του Derrida (1987 - όπως αναλύεται στους Στεφάνου & Στεφάνου, 1999), ενώ αντικατοπτρίζει την πορεία της χωρικής σκέψης, όπως αυτή συνοψίστηκε στα βιβλία των Lynch, Norberg-Schulz και Calvino. Από τη μια πλευρά, οι Baudrillard και Derrida αναφέρονται στην υπερβατική εικόνα του τόπου (η Χώρα εδώ είναι η πόλη) μέσα από την παρατήρηση της υλικής της διάστασης (αυτό που παρουσιάζεται) και την ενσυναίσθηση του νοήματος και του αρθρωμένου συναισθηματικού αποτυπώματός της (αυτό που υπαινίσσεται). Συνεπώς το Ντεριντιανό μοντέλο επιτρέπει μια ολοκληρωμένη πρόσβαση στην υπερβατική εικόνα της πόλης και η οποία συνοψίζεται ως εξής: ΧΩΡΑ = Εικόνα της Πόλης = Παρουσία + Ενδεχόμενα = Τόπος + [Μύθος + Λόγος].



Στον Πίνακα 3 συνοψίζεται μια μεταμοντέρνα αποδομημένη σημειολογία της εικόνας της πόλης που συνίσταται σε: α) έκδηλη υλική διάσταση και αποκαλύπτεται στα μάτια του παρατηρητή όχι ως στατικό ντεκόρ, αλλά ως ένα πεδίο καθημερινής διάδρασης, β) ιδεατή διάσταση που συνοδεύει την οπτική παρατήρηση και εμπλουτίζει την αστική εμπειρία με νόημα υπαρξιακών αποχρώσεων και ιστορικής συνέχειας και γ) ενδεχόμενες βιωματικές διαστάσεις, οι οποίες τροφοδοτούνται από τις δύο προηγούμενες, επηρεάζουν την ψυχολογία του παρατηρητή και παρακινούν προς μια ιδιοποίηση της πόλης. Αξίζει να σημειωθεί πως οι τρεις διαστάσεις συνυπάρχουν όντας αδιαχώριστες (Μαντάς, 2010) και αναλύονται στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας για τον εντοπισμό των διαφορετικών αναλογιών τους στις παρομοιώσεις του Baudrillard (1986/2004). 

Η σύνδεση των αναλύσεων των Lynch, Norberg-Schulz και Calvino με το Ντεριντιανό Σχήμα αντανακλά ως ένα βαθμό το σκεπτικό των παρομοιώσεων του Baudrillard για την ευρωπαϊκή και αμερικανική πόλη, ενώ το τρίτο του σκέλος (ΛΟΓΟΣ) αφήνει ένα ανοιχτό ορίζοντα ενδεχομένων για την ανεύρεση μιας παρομοίωσης για την ιδιαίτερη περίπτωση της ελληνικής πόλης. Η αμερικανική πόλη του Baudrillard (1986/2004) είναι μια «πρισματική και α-συνεχής διαδοχή όλων των λειτουργιών και των συμβόλων (της πόλης) με καμία ιεραρχική δομή», ένας ύμνος στη φρενήρη κίνηση της σύγχρονης καθημερινότητας, μια μετουσίωση της διαδικαστικά λειτουργικής φύσης της πόλης. Ο κινηματογράφος μοιάζει να συμπυκνώνει την εικόνα της αμερικανικής πόλης δίνοντας έμφαση στην εφήμερη πραγματικότητά της και την υπεροχή του στοιχείου του Τόπου.

Αντίθετα, η ευρωπαϊκή πόλη είναι ένας διαχρονικά νοηματοδοτημένος τόπος σαγήνης, επιθυμίας και «κληρονομουμένης πολιτισμικότητας (hereditary culturality)» με έντονη πνευματική έξη (Baudrillard, 1986/2004). Η ζωγραφική αποτύπωση των πανοραμάτων των ευρωπαϊκών πόλεων (π.χ. vedutismo των Ιταλών ζωγράφων) μοιάζει να συμπυκνώνει την έντονη μνημειακότητα, αναδεικνύοντας μυθικές διαστάσεις βαθιά ριζωμένες στη μακραίωνη ιστορία τους. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή πόλη του Baudrillard (1986/2004) συνδιαλέγεται με την άποψη της Sontag (1979) για τη φωτογραφία. Σε αντίθεση με την κινούμενη εικόνα (κινηματογράφος) που ανήκει στο παρόν, η φωτογραφική απαθανάτιση -και κατ’ αναλογία η ζωγραφική αποτύπωση- φαίνεται να ανάγουν στο παρελθόν.
Κι αν η εικόνα της αμερικανικής πόλης διακρίνεται από την υπεροχή του στοιχείου του Τόπου και η εικόνα της ευρωπαϊκής πόλης από το στοιχείο του Μύθου, η ιδιαίτερη περίπτωση της εικόνας της ελληνικής πόλης φαίνεται να επηρεάζεται βαθιά από μια σύγκρουση Τόπου- πραγματικότητας/ Μύθου-φαντασίας, βρίσκοντας σημείο διαφυγής το Λόγο.

4. Η Ιδιαίτερη Περίπτωση της Εικόνας της Ελληνικής Πόλης
Από τη μια πλευρά, η πολύπλοκη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα των ελληνικών πόλεων με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεσογειακών πόλεων, όπως η μικρο- ιδιοκτησία, η ισχυρή ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα, η ανάμιξη χρήσεων γης και κοινωνικών ομάδων, οι ελλείψεις αστικής υποδομής και η αυθαίρετη δόμηση (Πετράκος & Οικονόμου, 1999), κατέστησαν τον Τόπο των ελληνικών πόλεων αποσπασματικό, δαιδαλώδη, ασυνεχή και υπολειπόμενο του κυρίαρχου μοντέλου αστικής ανάπτυξης. Από την άλλη, η διαχρονική και ρομαντική επιθυμία των ίδιων των Δυτικών κοινωνιών -και ιδιαιτέρως των ευρωπαϊκών- για αυθαίρετη σύνδεση του Τόπου των ελληνικών πόλεων με τον αρχαίο ελληνικό Μύθο, αγνόησε τις ιδιαίτερες πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες της νεοελληνικής πραγματικότητας, οδηγώντας σε έναν ιδιότυπα φετιχοποιημένο και «επαναμαγεμένο» Τόπο. 

Στην εικόνα της ελληνικής πόλης θα μπορούσε να υπερτερεί το στοιχείου του Μύθου, αν αυτός αντικατοπτρίζονταν στον Τόπο της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ευρωπαϊκής πόλης, αλλά και σε πολλές νησιωτικές περιοχές της Ελλάδας. Αυτή η μη-επιβεβαίωση του Μύθου γεννά συμβολικές αντισταθμίσεις, όχι ως ερμηνείες ή φυγές από την πραγματικότητα, αλλά ως ιδιοσυγκρασιακό ημερολόγιο μιας περίεργης αστικής εμπειρίας. Η σύγκρουση μεταξύ του εφήμερου χαρακτήρα της ελληνικής πόλης που προσπαθεί συνεχώς να εκσυγχρονίζεται και της διαχρονικά σταθερής μυθικής ιδέας που πρέπει να την περιβάλλει συνοψίζει την ιδιαιτερότητα της εικόνας της. Αυτή η έντονη σύγκρουση βιώνεται τόσο από τους κατοίκους, όσο και από τους επισκέπτες της, γεννά συναισθηματικά σχήματα και έχει μεγάλο αντίκτυπο στη σχηματοποίηση της εικόνας της πυροδοτώντας λεκτικές περιγραφές (Λόγος). Συνεπώς, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως ο Λόγος επιστρατεύεται πρώτος σε μια προσπάθεια οικειοποίησης και σύνδεσης του Τόπου και του Μύθου της ελληνικής πόλης.

Διακρίνοντας το Λόγο στις τρεις κύριες εκφάνσεις του -θέατρο, λογοτεχνία, ποίηση-, εμφανίζονται τρεις «δεξαμενές άντλησης» πιθανών παρομοιώσεων για την ελληνική πόλη. Η θεατρική πόλη, η μυθιστορηματική πόλη και η ποιητική πόλη είναι τα αφαιρετικά είδωλα της ελληνικής πόλης, συγκρατούν τα κυρίαρχα στοιχεία της ανταποκρινόμενα στις τοπολογικές και μυθολογικές προδιαθέσεις των παρατηρητών και αναλαμβάνουν τη συμβολοποίηση της σύγκρουσης Τόπου-Μύθου.
4.1 Στοχαστική Παραλλαγή Ι: Η Ελληνική Πόλη μοιάζει με Θεατρικό Έργο
Περιπλανώμενοι στην ελληνική πόλη, οι ορθογώνιες πολυκατοικίες, οι κοινόχρηστοι χώροι των πλατειών και οι φωτισμοί της πόλης διαμορφώνουν μια ιδιότυπη σκηνή, πάνω στην οποία μοιάζει να διαδραματίζεται ένα θεατρικό έργο. Το τσιμεντένιο ντεκόρ των επαναλαμβανόμενων νεοελληνικών πολυκατοικιών οριοθετεί τις σκηνικές δράσεις, οι οποίες τις περισσότερες φορές εκτονώνονται ή επικοινωνούνται στις πλατείες. Παράλληλα, ο φωτισμός της πόλης -και ειδικότερα ο τεχνητός νυχτερινός φωτισμός- δημιουργεί ατμοσφαιρικές φωτοσκιάσεις. Ο πλάνητας της ελληνικής πόλης βιώνει τη σύγκρουση Τόπου-Μύθου μέσα από την αντιδιαστολή των πολυκατοικιών (οικείο μοτίβο της νεοελληνικής καθημερινότητας) και των πλατειών (χώροι μνήμης συχνά διακοσμούμενοι με μια μνημειακή δημιουργία/ χώροι διεκδίκησης και διαχρονικών αγώνων).

4.2 Στοχαστική Παραλλαγή ΙΙ: Η Ελληνική Πόλη μοιάζει με Μυθιστόρημα
Περιπλανώμενοι στην ελληνική πόλη, οι κάτοικοί της, οι χώροι των καφενείων και των καφετεριών και οι αρχιτεκτονικές εναλλαγές που αυτή παρουσιάζει προσφέρουν πολύτιμο υλικό, το οποίο μπορεί να στοιχειοθετήσει ένα αστικό μυθιστόρημα. Οι διακριτές παρουσίες στις οποίες επικεντρώνεται το μάτι του πλάνητα, οι προσωπικές ιστορίες των θαμώνων των μαγαζιών εστίασης, καθώς και η διαχρονική αρχιτεκτονική κληρονομιά (αρχαία και βυζαντινά μνημεία, βιομηχανικά και νεοκλασικά κτήρια) προσφέρουν ένα πεδίο έμπνευσης από το οποίο μπορούν να αντληθούν στοιχεία ηρωικών διαφοροποιήσεων (πρωταγωνιστές), αφηγήματα (πλοκή) και χρονικές αναφορές (εποχές). Ο πλάνητας της ελληνικής πόλης βιώνει τη σύγκρουση Τόπου- Μύθου μέσα από την αντιδιαστολή των χώρων εστίασης (καφενεία και καφετέριες ως οικεία μοτίβα νεοελληνικής καθημερινότητας) και της μακρόχρονης αρχιτεκτονικής αναφοράς (παλίμψηστα βασιζόμενα στην ιστορία της πόλης).

4.3 Στοχαστική Παραλλαγή ΙΙΙ: Η Ελληνική Πόλη μοιάζει με Ποίημα
Περιπλανώμενοι στην ελληνική πόλη, τα αστικά κενά, οι ερημωμένοι χώροι, τα επιτοίχια γραπτά μηνύματα και οι ακούσιες ή εκούσιες φυτεύσεις συγκροτούν ένα ποιητικά αφαιρετικό είδωλο της εικόνας της, το οποίο μένει ανοιχτό στην προσωπική ερμηνεία του παρατηρητή. Οι ακάλυπτοι χώροι που βρίσκουν έξοδο στους δημόσιους χώρους, τα αυτοσχέδια πάρκινγκ, τα αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα, οι εξωτερικευμένες σκηνές εσωτερικών χώρων (π.χ. μια πολυθρόνα παρατημένη σε ένα αστικό κενό), τα ανοίκιαστα μαγαζιά, τα ερειπωμένα κτήρια, οι αφίσες, τα graffiti, τα πολιτικά slogan, η Street-Art, οι νεραντζιές, οι αμυγδαλιές και οι λοιπές δεντροφυτεύσεις κωδικοποιούν τα ερεθίσματα έμπνευσης που προσφέρει η εικόνα των ελληνικών πόλεων. Εσωτερικοί στοχασμοί και διερωτήσεις, ευκαιρίες αποστασιοποίησης, συμπυκνώσεις νοημάτων και ρομαντικές ή αποσπασματικές ενθυμίσεις της υπαίθρου ανακύπτουν ως αντανακλαστικές αντιδράσεις στην αποτυχημένη απόπειρα οικειοποίησης του καλειδοσκοπικού Τόπου της ελληνικής πόλης. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την ποίηση, η ερμηνεία της εικόνας της ελληνικής πόλης επαφίεται στις προσωπικές αποκρυπτογραφήσεις αφαιρετικών σχημάτων και συμπυκνωμένων νοημάτων.
Συμπεράσματα

Η φαινομενολογική προσέγγιση του τόπου και η πολιτισμική στροφή που συντελέστηκε στη σύγχρονη γεωγραφική σκέψη οδήγησαν σε μια μεταμοντέρνα, υποκειμενική, ρευστή και ποιητική οπτική της αστικής εμπειρίας, πέρα από την μεγάλη μαθηματικοποιημένη και αντικειμενική αφήγηση. Αυτή η υπερβατική προσέγγιση δεν άφησε ανεπηρέαστη την εικόνα της πόλης ως αποκρυστάλλωση της αστικής εμπειρίας. Επιπλέον, με την επιρροή της Ντεριντιανής αποδόμησης, η εικόνα της σύγχρονης πόλης πλέον συγκροτείται μέσα από την παρατήρηση της υλικής πραγματικότητας (αυτό που παρουσιάζεται) και την ενσυναίσθηση του νοήματος και του αρθρωμένου συναισθηματικού αποτυπώματός της (αυτά που υπαινίσσονται). Με βάση αυτό το σχήμα αποκωδικοποιήθηκε η σκέψη του Baudrillard (1986/2004), ενώ η υλική, η νοηματική και η συναισθηματική πτυχή της εικόνας της πόλης εμπλουτίστηκαν από τα καθοριστικά έργα των Lynch (Τόπος), Norberg-Schulz (Μύθος) και Calvino (Λόγος).

Και ενώ τα τρία αυτά στοιχεία (Τόπος, Μύθος, Λόγος) ενυπάρχουν σε κάθε εικόνα πόλης και αναλύονται στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας για τη διευκόλυνση της ερευνητικής διαδικασίας, οι διαφορετικές αναλογίες τους οδηγούν σε σχήματα πόλεων, τα οποία μοιάζουν να συμπυκνώνουν την ιδιαιτερότητα της εκάστοτε αστικής εμπειρίας. Η εργασία εντόπισε την υπεροχή του στοιχείου του Τόπου στην εικόνα της αμερικανικής πόλης και του στοιχείου του Μύθου στην εικόνα της ευρωπαϊκής πόλης και θεωρεί πως αυτές οι διαφορετικές ‘αναλογίες’ οδήγησαν τον Baudrillard (1986/2004) στη σύνθεση των δύο σχημάτων πόλεων και τη σύνδεσή τους με τον κινηματογράφο και την ζωγραφική αντίστοιχα.

Παράλληλα, η εργασία αναγνώρισε στην ιδιαίτερη περίπτωση της εικόνας της ελληνικής πόλης μια βαθιά σύγκρουση Τόπου-πραγματικότητας/ Μύθου-φαντασίας, η οποία βρίσκει σημείο διαφυγής το Λόγο. Πάνω σε αυτό το συλλογισμό επιχειρήθηκε μια πρώτη προσπάθεια στοχαστικών παραλλαγών και αναφέρθηκαν οι τρεις παρομοιώσεις που συμπυκνώνουν την εικόνα της ελληνικής πόλης. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις περιπτώσεις της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής πόλης του Baudrillard (1986/2004), αυτό που συνοψίζει ιδανικά την ουσία της πόλης είναι ο πρωταρχικός συνειρμός του παρατηρητή. Η θεατρική πόλη, η μυθιστορηματική πόλη και η ποιητική πόλη εντοπίζονται καλειδοσκοπικά στην εικόνα των ελληνικών πόλεων, ενώ εμφανίζονται ως επαναληπτικά μοτίβα και στην εικαστική, κινηματογραφική ή στιχουργική εικόνα της ελληνικής πόλης.

Η παρούσα εργασία έθεσε τις βάσεις για μια μελλοντική λεπτομερή αξιολόγηση της ιδανικής παρομοίωσης της εικόνας της ελληνικής πόλης. Ωστόσο, αυτό που μπορεί να ειπωθεί εν είδει συμπεράσματος είναι η εκ πρώτης όψεως ευστοχία της παρομοίωσης της ποιητικής πόλης, που η ίδια η καλλιτεχνική αποτύπωση της ελληνικής πόλης μπορεί να τεκμηριώσει. Από τους θεατρικούς δημιουργούς (Κουν, Σκουρλέτης) και τους λογοτέχνες (Ελευθερίου, Ζατέλη) έως τους κινηματογραφιστές (Αγγελόπουλος, Παναγιωτόπουλος) και τους εικαστικούς (Τσαρούχης, Φασιανός), το μεγαλύτερο μέρος καλλιτεχνών συνθέτει και σχηματοποιεί την ελληνική πόλη στο έργο του μέσω μιας ποιητικής ελληνικότητας, η οποία αποτελεί προϊόν σύγκρουσης Τόπου- Μύθου μένοντας ανοιχτή σε προσωπικές αποκωδικοποιήσεις και ερμηνείες.

Κλείνοντας, το ενδεχόμενο η εικόνα της ελληνικής πόλης να αποκαλύπτεται ποιητικά και να συνοψίζεται σε ποιητικά σχήματα θέτει νέους όρους για την αποτελεσματική προσέγγισή της, διευρύνει το πεδίο των κλάδων που πρέπει να αναμειχθούν στην ουσιαστική προβολή της και δικαιολογεί την ανάγκη προσαρμογής των στρατηγικών προώθησής της. Η ιδέα της ποιητικής ανάλυσης της εικόνας των ελληνικών πόλεων φαίνεται να ανταποκρίνεται τόσο στην κυρίαρχη τάση της γεωγραφικής σκέψης (μεταμοντερνισμός), όσο και στην φύση της ελληνικής αστικής εμπειρίας. 

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Baudrillard J. (1986/2004), Αμερική, Αθήνα: FUTURA.
  • Calvino I. (1972/1982), Αόρατες Πόλεις, Αθήνα: Οδυσσέας.
  • Derrida J. (1987/2000), Χώρα, Αθήνα: Καρδαμίτσα.
  • Kant Ι. (1781/1990), Κριτική του Καθαρού Λόγου, Αθήνα: Παπαζήσης.
  • Knox P. & Pinch S. (1982/2009), Κοινωνική Γεωγραφία των Πόλεων, Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας.
  • Norberg-Schulz C. (1980/2009), Το Πνεύμα του Τόπου: Προς μια Φαινομενολογία της Αρχιτεκτονικής, Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ.
  • Βογιαζίδης Ν. (2016), Εισήγηση στο Μάθημα «Αναστοχασμοί: Χώροι της Θεωρίας» της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ηλεκτρονικά προσβάσιμο στο: https://www.youtube.com/watch?v=NlscE AQZwk&list=PL4RaTG4tZClh04vfW9SrpXHYUpMZ y95PN&index=3 (τελευταία πρόσβαση 20/02/2016)
  • Μαντάς Ν. (2010), Η Αναπαράσταση της 'Εμβιας Πόλης’ στον Κινηματογράφο: Οι Περιπτώσεις της Ρώμης & της Αθήνας, Διπλωματική Εργασία Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας & Περιφερειακής Ανάπτυξης, Επιβλέπων Καθηγητής Δέφνερ Α., Βόλος: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
  • Περιβολαροπούλου Ν. (2011), ‘Η Κινηματογραφική Πόλη: Siegfried Kracauer’ στο Σηφάκη Ε., Πούπου Α. & Νικολαΐδου Α. (επ.) Πόλη & Κινηματογράφος, Αθήνα: ΝΗΣΟΣ.
  • Πετράκος Γ. & Οικονόμου Δ. (1999), ‘Διεθνοποίηση & Διαρθρωτικές Αλλαγές στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Αστικών Κέντρων’ στο Πετράκος Γ. & Οικονόμου Δ. (επ.) Η Ανάπτυξη των Ελληνικών Πόλεων: Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις Αστικής Ανάλυσης & Πολιτικής, Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
  • Πρελορέντζος Γ. (2009), ‘Επίμετρο: Φιλοσοφία & Κινηματογράφος σύμφωνα με τον Deleuze’ στο Deleuze G., Κινηματογράφος Ι: η Εικόνα-Κίνηση, Αθήνα: Νήσος.
  • Στεφάνου Ι. & Στεφάνου Ι. (1999), Περιγραφή της Εικόνας της Πόλης, Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ.


Ξενόγλωσση
  • Bauman Z. (2000), Liquid Modernity, London: Polity.
  • Calvino I. (1972), Invisible Cities, London: Harcourt Brace & Company.
  • Deleuze G. (1995), Negotiations: 1972-1990, New York: Columbia University Press.
  • Lynch K. (1960), The Image of the City, New York: MIT Press.
  • Sontag S. (1979), On Photography, London: Penguin.
  • Tuan Y.-F. (1977), Space and Place: the Perspective of Experience, Minneapolis: University of Minnesota.
*Δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing & Branding Τόπου, Λάρισα 31 Μαρτίου-2 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου