Τρίτη, 28 Αυγούστου 2018

Ένταξη μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων στο εξωαστικό τοπίο: ελληνική εμπειρία και προκλήσεις για το μέλλον

#ΕΛΕΝΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ,ΤΜΧΠΠΑ, Πολυτεχνική Σχολή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Η παρούσα εργασία ερευνά τη σχέση των μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων με το εξωαστικό τοπίο. Συγκεκριμένα λαμβάνεται ως περίπτωση μελέτης το Costa Navarino, η πρώτη υλοποιημένη Περιοχή Οργανωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης στην Ελλάδα, η ανάλυση της οποίας οδηγεί στην παραγωγή μιας μεθοδολογίας εναρμονισμού ανάλογων τουριστικών εγκαταστάσεων με το τοπίο. 
Το τουριστικό προϊόν all inclusive που έχει αναπτυχθεί παγκοσμίως εδώ και δεκαετίες κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα με την αυξημένη δραστηριοποίηση των εταιρειών (tour operators) προς την κατεύθυνση αυτή. Η εργασία εστιάζει στη διερεύνηση των πιθανών επιπτώσεων των τουριστικών εγκαταστάσεων μεγάλης κλίμακας στο τοπίο. Από τη μία πλευρά η δημιουργία τους μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη του τοπίου και στην εγκατάλειψη της νοοτροπίας των διάσπαρτων μικρών ξενοδοχειακών μονάδων στην ύπαιθρο και ιδίως στην παράκτια ζώνη. Από την άλλη πλευρά πρέπει να πληρούνται ορισμένες προδιαγραφές ώστε να μην αποτελούν οι εγκαταστάσεις ξένα αντικείμενα στο τοπίο αλλοιώνοντας την αισθητική του. 


Η ανάλυση της φυσιογνωμίας των ξενοδοχειακών μονάδων στην Ελλάδα κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα δείχνει ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των αρχιτεκτόνων της εποχής, τις περισσότερες φορές η συνολική εικόνα των συγκροτημάτων κυριαρχεί στον χώρο που τα περιβάλλει. Βαρύνουσα σημασία σε σχέση με αυτό έχει το γεγονός ότι στην Ελλάδα έτεινε να προωθείται το μοντέλο μαζικού τουρισμού χωρίς τις απαραίτητες νομικού χαρακτήρα διατάξεις για την προστασία του τοπίου. Διαπιστώνεται ότι η σημερινή κατάσταση του ελληνικού τοπίου οφείλεται στην ανυπαρξία των σχετικών θεσμικών μέτρων, στην αδυναμία επιβολής ελέγχου και κυρώσεων και στην θεώρηση του τοπίου ως εμπορικού πόρου με σκοπό την εύκολη κερδοφορία δίχως την απαραίτητη μέριμνα. 

Η παρούσα εργασία εξέτασε το Costa Navarino (ΠΟΤΑ Μεσσηνίας). Έπειτα από έρευνα πεδίου και την περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών διαπιστώθηκε ότι παρά το μέγεθός της, έχει ενταχθεί αρκετά ικανοποιητικά στο τοπίο της περιοχής. Συνεπώς, η θεώρηση του συγκεκριμένου συγκροτήματος αλλά και άλλων σύγχρονων διεθνούς κλίμακας παραδειγμάτων σε σχέση με την δυνατότητα εναρμονισμού με το τοπίο καταλήγει ότι μία βασική προϋπόθεση για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός είναι η ένταξη των κτηριακών εγκαταστάσεων σε μεγαλύτερης κλίμακας παρέμβαση στην περιοχή. Με βάση αυτήν τη διαπίστωση, αναπτύσσεται μία μεθοδολογία αξιολόγησης του εναρμονισμού των μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων με το τοπίο και πρόβλεψης/αποφυγής των επιπτώσεων τους με σκοπό την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος.

1. Εισαγωγή 
Ο τουρισμός είναι ένα διεπιστημονικό πεδίο μελέτης. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ο τουριστικός τομέας συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με πολλές πλευρές της καθημερινής ζωής (κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική). Στην Ελλάδα η τουριστική δραστηριότητα παίζει σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής και περιφερειακής οικονομίας ως θεμέλιο και κινητήριο δύναμη της. Παρόλη την αναγνωρισμένη αξία και συμβολή του στην οικονομία και κοινωνία, ο τουρισμός δεν αντιμετωπίζεται με δέουσα προσοχή με κίνδυνο οι αρνητικές επιπτώσεις της ανάπτυξης του να υπερτερήσουν των θετικών. 
Το παρόν άρθρο πραγματεύεται την ένταξη των μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων στο εξωαστικό τοπίο της Ελλάδας χρησιμοποιώντας ως περίπτωση μελέτης το Costa Navarino, την πρώτη ολοκληρωμένη Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο (εφεξής θα αναφέρεται ως ΠΟΤΑ).

1.1 Υπόβαθρο προβλήματος
Ο 21ος αιώνας εμπεριέχει αναμφισβήτητα σημαντικούς κινδύνους αλλά και προκλήσεις, που σηματοδοτούν ευρύτατες αλλαγές στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στο χώρο και το περιβάλλον, και κατά συνέπεια στο τοπίο. Ως μία ανθρώπινη δραστηριότητα ο τουρισμός δύναται να προκαλέσει μεγάλες και συχνά ανεπανόρθωτες αλλαγές στο τοπίο. Το τουριστικό προϊόν all-inclusive κερδίζει έδαφος στην Ελλάδα έπειτα από την ανάπτυξη του σε παγκόσμιο επίπεδο με τους tour operators να στρέφουν το ενδιαφέρον τους σε τέτοιου είδους επενδύσεις. Η τάση αυτή είναι υψίστης σημασίας για τον ελληνικό τουρισμό αν λάβουμε υπόψη τις χρόνιες παθογένειες που αντιμετωπίζει και τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την τουριστική προσφορά επί δεκαετίες. 

Συγκεκριμένα, η άναρχη και διάσπαρτη δόμηση των τουριστικών εγκαταστάσεων και η μικρής κλίμακας τουριστική ανάπτυξη χωρίς οργανωμένο σχέδιο στο παράκτιο μέτωπο προκάλεσε φαινόμενα ασυνέχειας και κατακερματισμού της υπαίθρου. Αναφορικά με την υφιστάμενη κατάσταση της Ελλάδας και την ικανότητα της να αντιμετωπίσει την ολοένα εντεινόμενη υποβάθμιση του τοπίου υστερεί σε σύγκριση με άλλες χώρες. Παρά το γεγονός ότι στηρίζει την οικονομική της ανάπτυξη στον πόρο-τοπίο, επιστημονικά δεν το αντιμετωπίζει με την ανάλογη προσοχή που απαιτείται σε ανάλογες περιπτώσεις (Σαπουνάκης, 2014). Δεδομένης της σημερινής εικόνας του ελληνικού τοπίου και του νέου προσανατολισμού της παγκόσμιας τουριστικής αγοράς είναι η κατάλληλη στιγμή να εξεταστεί αν η οργανωμένη μορφή τουριστικής ανάπτυξης ενδείκνυται για την ελληνική πραγματικότητα. 

1.2 Σκοπός εργασίας
Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα της διπλωματικής εργασίας που εκπονήθηκε στο πλαίσιο φοίτησης της συγγραφέως στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στο Βόλο. Αφορμή για την επιλογή του συγκεκριμένου θέματος υπήρξε η ολοκλήρωση του Costa Navarino, ΠΟΤΑ Μεσσηνίας, η οποία συνιστά το πρώτο υλοποιημένο παράδειγμα οργανωμένης τουριστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα.
Σκοπός της εργασίας είναι η ανάδειξη της σημασίας του παράγοντα τοπίο και η εξέταση της ένταξης των μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων σε αυτό μέσω μιας μεθοδολογίας ώστε να αποφευχθούν οι τυχόν αρνητικές συνέπειες. 

1.3 Μεθοδολογία 
Οι πολυσύνθετες έννοιες του τουριστικού φαινομένου και του τοπίου απαιτούν την ολιστική προσέγγιση τους. Για αυτό το λόγο, τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για την εκπόνηση της εργασίας αντλήθηκαν από πρωταρχικές πηγές – περίπτωση μελέτης (έρευνα πεδίου στο Costa Navarino) και δευτερεύουσες (θεματική βιβλιογραφία για τον τουρισμό και το τοπίο).  

1.4 Δομή 
Βάσει αυτών, η οργάνωση του άρθρου πραγματοποιείται σε 5 ενότητες: την παρούσα, δηλαδή το εισαγωγικό κεφάλαιο, τη βιβλιογραφική ανασκόπηση, την περίπτωση μελέτης, τις προδιαγραφές εναρμονισμού με το τοπίο και τελικά τα συμπεράσματα. 

2. Βιβλιογραφική ανασκόπηση
2.1. Θεωρητικό υπόβαθρο για το τοπίο 
Κατά καιρούς, πολλοί ορισμοί έχουν αποδοθεί στο τοπίο, οι οποίοι συνοδεύονται από διαφορετικές προσεγγίσεις και απόψεις, γεγονός που φανερώνει την πολυδιάστατη φύση της έννοιας. Παρ’ όλα αυτά, ο παγκοσμίως αποδεκτός ορισμός προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (2000) , σύμφωνα με την οποία 
«το τοπίο, όπως γίνεται αντιληπτό από τους ανθρώπους, είναι μία περιοχή της οποίας ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης φυσικών ή/και ανθρωπογενών παραγόντων».
Τις τελευταίες δεκαετίες, τα σύγχρονα ευρωπαϊκά και όχι μόνο τοπία υπάγονται σε μία συνεχής και ταχεία διαδικασία μετασχηματισμού. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν προέρχονται από τις εξελίξεις των τεχνικών παραγωγής στους κλάδους της γεωργίας, της βιομηχανίας, της τεχνολογίας, των μεταφορών, του τουρισμού και της αναψυχής και την αδυναμία επιβολής ελέγχου και περιορισμών. Η πρόοδος των παραγωγικών τομέων δεν περιορίζεται χωρικά καθώς εξαρτάται άμεσα από το τοπίο, - το αστικό και περι-αστικό. Συνεπώς οι μετασχηματισμοί του είναι αναπόφευκτοι και συχνά μοιραίοι για την αισθητική του.

Υπό την επίδραση των προαναφερθέντων παραγόντων παρατηρούνται φαινόμενα υποβάθμισης και κατακερματισμού των τοπίων. Ο κίνδυνος εξάλειψης της ταυτότητας τους, όπου δεν έχει ήδη συμβεί, είναι πιο ορατός από ποτέ με τις επιπτώσεις να χαρακτηρίζονται ως μη αναστρέψιμες. Η σοβαρότητα της κατάστασης αναδείχθηκε μέσω της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, στην οποία το ζήτημα του τοπίου αναγνωρίζεται ως κομβικής και κεντρικής σημασίας.

Τα ελληνικά τοπία δεν θα μπορέσουν να μείνουν ανέπαφα από τις εξελίξεις. Τα κύρια χαρακτηριστικά τους διαμορφώνονται ως εξής:
ιστορικά, πολυσήμαντα και πολυποίκιλα τοπία, 
πλούσια αλλά εύθραυστα ως προς την οικολογική ισορροπία,
κεντροβαρής ρόλος στην τουριστική ανάπτυξη
φαινόμενα υποβάθμισης λόγω της εντατικής εκμετάλλευσης, της άναρχης διασποράς των τουριστικών εγκαταστάσεων, της έλλειψης μηχανισμών ελέγχου και προστασίας και συνείδησης τοπίου και
εξάλειψη ιστορικότητας και επαναπροσδιορισμός με βάση την τουριστική ταυτότητα.  

Συγκεκριμένα, η ποικιλομορφία των ελληνικών τοπίων και οι εναλλαγές φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος αποτελούν τουριστικό πόρο και πόλο έλξης για τους επισκέπτες (Σαπουνάκης, 2014). Ωστόσο, μία σειρά έντονων αλλαγών (άνοδος αναπτυξιακής και οικοδομικής δραστηριότητας, ανεξέλεγκτη αστική διάχυση, διασπορά βιομηχανικών και τουριστικών χρήσεων γης), οι οποίες χρονολογούνται κυρίως στις δεκαετίες 1960-1970 με την άνοδο της τουριστικής ζήτησης, διαμόρφωσαν τη σημερινή εικόνα του τοπίου (Γουργιώτης, 2014). Συνοπτικά, η Ελλάδα στερείται των μέσων να προστατέψει τα τοπία από την ασυλλόγιστη σπατάλη και αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εξομάλυνση και αποκατάσταση των έντονων και συσσωρευμένων αλλαγών. 

2.1.1. Νομοθετικό πλαίσιο για το τοπίο 
Η σύνταξη ενός συνολικού συστήματος προστασίας του τοπίου είναι αρκετή πρόσφατη και καθόλα απαραίτητη. Η επί δεκαετίες θεώρηση του ως τουριστικό προνόμιο και μέσο εύκολου και γρήγορου πλουτισμού δεν συνοδευόταν από τις ανάλογες πολιτικές. Επομένως, η ανάγκη ενός πλαισίου διατήρησης και ελέγχου ήταν επιτακτική έπειτα από τη χρόνια καταπάτηση του ελληνικού τοπίου, τα σημάδια της οποίας είναι ορατά σε εθνική κλίμακα

Η νομοθετική αντιμετώπιση του τοπίου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαρκής, τουλάχιστον ακόμα. Παρόλο που υπάρχουν αρκετές διατάξεις στην πολεοδομική και χωροταξική νομοθεσία που αναφέρονται σε αυτό, τα συναφή θέματα ρυθμίζονται εμμέσως με αφορμή σχετικούς σκοπούς (Μπεριάτος, 2007). Συνολικά, οι νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα το τοπίο καταγράφονται στον Πίνακα 1. (Βλέπε Παράρτημα Πινάκων). Εξ αυτών, πιο σημαντικά θεωρούνται τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (εφεξής θα αναφέρονται ως ΠΠΧΣΑΑ) καθώς αναδεικνύουν το ζήτημα της προστασίας και διαχείρισης του τοπίου σε καθοριστική παράμετρο του χωροταξικού και περιφερειακού σχεδιασμού. Να σημειωθεί ότι αν και οι προδιαγραφές των ΠΠΧΣΑΑ ενισχύουν τον ρόλο του τοπίου, δεν προάγονται συγκροτημένες πολιτικές για την ευαισθητοποίηση των πολιτών και τον συμμετοχικό σχεδιασμό.
Ετεροχρονισμένα κατά μία δεκαετία, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (2000) κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το Ν. 3827/2010. Κατά αυτή, το Τοπίο αναγνωρίζεται ως σημαντικός παράγοντας της ποιότητας ζωής στην ύπαιθρο, σε αστικές ή υποβαθμισμένες περιοχές, και σε περιοχές υψηλής ποιότητας, αλλά και ως σημείο - κλειδί για την ατομική και κοινωνική ευημερία, για τη στήριξη του δημοσίου συμφέροντος από περιβαλλοντικής, πολιτιστικής, οικονομικής και κοινωνικής άποψης. Επιπρόσθετα ενσωματώνεται η διάσταση του στο χωρικό σχεδιασμό μέσω μιας συγκροτημένης και διακριτής πολιτικής με σαφείς στόχους και στρατηγικές, οργανωτικές και διοικητικές δομές, προγράμματα και σχέδια εφαρμογής. Απώτερος στόχος καθίσταται η ένταξη του τοπίου στην πολεοδομική και χωροταξική κλίμακα και σε όλες τις τομεακές πολιτικές (περιβαλλοντικές, αγροτικές, δασικές, κοινωνικές, οικονομικές) με άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις στο τοπίο. 

Συμπερασματικά, η πρόοδος στην πλειονότητα των ζητημάτων που αφορούν το τοπίο είναι εμφανής αν και σταδιακή. Παρόλα αυτά, η έλλειψη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου σχεδιασμού που να περιλαμβάνει όλες τις μεταβλητές συνιστώσες που απαρτίζουν το τοπίο και η αδυναμία επιβολής ελέγχου και κυρώσεων συνεχίζουν να αποτελούν τροχοπέδη στην προστασία και ανάδειξη του. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο, το τοπίο να ενταχθεί ως βαρυσήμαντος παράγοντας στο χωρικό σχεδιασμό και σε τομεακές πολιτικές λόγω της άμεσης σύνδεσης του με τους τομείς της οικονομίας, του περιβάλλοντος και της κοινωνίας, οι οποίοι έχουν άμεσες επιπτώσεις στο μετασχηματισμό του τοπίου.

2.2. Θεωρητικό υπόβαθρο για τον τουρισμό 
Το τουριστικό φαινόμενο είναι πολυδιάστατο καθώς επηρεάζεται και επηρεάζει μία σειρά παραγόντων και εξελίσσεται ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία αλλάζοντας μορφή και ένταση, συμβαδίζοντας με τις ανάγκες του τουρίστα. Σύμφωνα με τον Τσάρτα (1996:177) η κοινωνικοοικονομική φύση του συνδέεται άμεσα με τα διαμορφωμένα κοινωνικά, οικονομικά και καταναλωτικά σύγχρονα πρότυπα. Συνεπώς, η ένταξη του σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο με αντιληπτά όρια είναι εξαιρετικά δύσκολη λόγω της πολυμορφίας και της μεταβλητότητας του. Βάση αυτών, ο παγκοσμίως αποδεκτός ορισμός προέρχεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού (UNWTO) και ορίζει τον «τουρισμό
ως ένα κοινωνικό, πολιτισμικό και οικονομικό φαινόμενο που συνεπάγεται την κίνηση των ανθρώπων σε πόλεις εκτός του οικείου περιβάλλοντος τους για προσωπικούς ή εμπορικούς/επαγγελματικούς λόγους. Οι άνθρωποι αυτοί ονοματίζονται επισκέπτες (είτε τουρίστες είτε περιηγητές, κάτοικοι ή μη) και ο τουρισμός έχει να κάνει με τις δραστηριότητες τους, ορισμένες από τις οποίες σημαίνουν τουριστικά έξοδα.» (UNWTO, 2014).
Ο τουρισμός έχει αναδειχθεί σε μείζονα οικονομική δραστηριότητα παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον Δέφνερ (2006) η Ελλάδα εξειδικεύτηκε στο πλαίσιο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς μαζί με την Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία στον τουρισμό, ο οποίος λειτούργησε ως όχημα διαρκούς εκμοντερνισμού της χώρας. Τα κοινωνικά, οικονομικά, κλιματολογικά και γεωμορφολογικά εθνικά χαρακτηριστικά συντέλεσαν στην ανάπτυξη και καθιέρωση του τουριστικού μοντέλου 3S . Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη μοναδική ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά συνέβαλε στην αύξηση της τουριστικής ζήτησης καθιστώντας την Ελλάδα δημοφιλή προορισμό σε μεσογειακό και παγκόσμιο επίπεδο (Παππάς, 2011). 

Επιπρόσθετα, ο τουρισμός αποτελεί σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα καθώς:
λειτουργεί ως εναλλακτική επιχειρηματική δραστηριότητα και τομέας απασχόλησης από οικογενειακές κυρίως επιχειρήσεις,
παίζει βασικό ρόλο στην οικονομία των περιφερειών
λειτουργεί ως τροχοπέδη στις σφοδρές επιπτώσεις της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης (Komninou, 2017).
Από την άλλη πλευρά, η τουριστική ανάπτυξη συνοδεύτηκε/-εται από ορισμένα ουσιώδη μειονεκτήματα:
Η τουριστική ζήτηση υπερβαίνει την τουριστική προσφορά και τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων με αποτέλεσμα το φαινόμενο του κορεσμού να εντοπίζεται σε ολοένα και περισσότερους προορισμούς.
Παρατηρούνται παραδείγματα μη βιώσιμων μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων δίχως υποστηρικτικές υποδομές που χαρακτηρίζονται σε πολλές περιπτώσεις από ασύμβατη κλίμακα σε σχέση με το τοπίο παράλληλα με την άναρχη χωρική εγκατάσταση και την έλλειψη αισθητικής. 
Η κοινή θεώρηση του τουρισμού ως μέσο εύκολου και γρήγορου πλουτισμού ευθύνεται μεταξύ άλλων για την σπατάλη του τοπίου λόγω της διάσπαρτης τοποθέτησης των τουριστικών δραστηριοτήτων στην ύπαιθρο και κατά κύριο λόγο στις παράκτιες περιοχές. 
Η διασπορά των τουριστικών εγκαταστάσεων είχε αρνητικές επιπτώσεις στο υψηλής ποιότητας και εύθραυστο ελληνικό τοπίο συντελώντας στον κατακερματισμό του και στην εξάλειψη της ταυτότητας του (αντικατάσταση ιστορικού χαρακτήρα με τον τουριστικό). Τελικά δημιουργείται ένα τοπίο χωρίς διακριτή ταυτότητα (Γουργιώτης, Τσιλιμίγκας & Κίζος, 2013).
Εξαιρετικά επικείμενες στους προαναφερθέντες κινδύνους είναι οι προστατευόμενες περιοχές (Natura 2000, ΤΙΦΚ, κ.ά.) και οι περιοχές ιδιαίτερου ενδιαφέροντος (Σαραντάκου, 2010). 
Οι παραπάνω προκλήσεις αποτελούν χρόνια προβλήματα και δεν έχουν ακόμα διευθετηθεί αν και έχει σημειωθεί πρόοδος σε ορισμένα ζητήματα.

2.2.1. Νομοθετικό πλαίσιο για τον τουρισμό
Ο σχεδιασμός για τον τουρισμό σημαίνει την εξέταση και εξεύρεση τρόπων οργάνωσης και κατανομής των τουριστικών δραστηριοτήτων σε διαφορετικές χωρικές μονάδες σύμφωνα με την φέρουσα ικανότητα τους αποφεύγοντας τις συγκρούσεις χρήσεων γης ως μέρος μίας ευρύτερης πολιτικής (Βαρβαρέσος, 1998). Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει ρυθμίσεις, κανόνες, κίνητρα ή/και έργα προς την επιθυμητή κατεύθυνση τουριστικής ανάπτυξης (Κοκκώσης & Τσάρτας, 2001).
Οι Βαρβαρέσος και Σωτηριάδης (2002) έχουν καταγράψει τις βασικότερες αρχές που πρέπει να διέπουν τον τουριστικό σχεδιασμό:
Ολοκληρωμένη και όχι αποσπασματική θεώρηση της τουριστικής δραστηριότητας ως ένα ενιαίο σύστημα.
Δημιουργία κατάλληλων συγκοινωνιακών προσβάσεων (εισόδου – εξόδου).
Διαμόρφωση χωρικών πόλων εξυπηρετήσεων και υπηρεσιών προσέλκυσης των τουριστών.
Αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων ανάπτυξης τουρισμού σε ευρεία βάση (π.χ. εναλλακτικές μορφές).
Διάχυση της τουριστικής ανάπτυξης με βάση πρωτεύοντες και δευτερεύοντες πυρήνες.
Εξασφάλιση προσβάσεων και επαρκούς δικτύου μεταφορών.
Εξασφάλιση δικτύων γενικής υποδομής, όπως ηλεκτροδότηση, ύδρευση, αποχέτευση, διαχείριση απορριμμάτων, κλπ.
Στην Ελλάδα η τουριστική ανάπτυξη καθοριζόταν επί δεκαετίες από τον πολεοδομικό σχεδιασμό ως την εισαγωγή των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον τουρισμό (εφεξής θα αναφέρονται ως ΕΠΧΣΑΑ) το 2009. Το ΕΠΧΣΑΑ αποτελούσε νομικό κείμενο εξειδίκευσης των κατευθυντήριων γραμμών για τον τουρισμό του ΓΠΧΣΑΑ . Αναλυτικότερα, με το ΕΠΧΣΑΑ για τον τουρισμό ορίστηκαν σε εθνικό επίπεδο ζώνες, βαθμοί και είδη τουριστικής ανάπτυξης, με αντίστοιχους όρους και αρτιότητες δόμησης. Σύμφωνα με τον Παπακωνσταντίνου (2007) οι κατευθύνσεις του ΕΠΧΣΑΑ κινήθηκαν σε σωστή πορεία με την ενσωμάτωση των σύγχρονων αντιλήψεων και τη διαμόρφωση με ορθολογικό τρόπο των κριτηρίων της χωρικής διάρθρωσης, οργάνωσης και ανάπτυξης του τουρισμού. Επιπλέον συνάδει με τη νέα τουριστική πολιτική (1990 και έπειτα), η οποία προάγει την περιβαλλοντική, αισθητική και κοινωνική διαφύλαξη των τόπων στους οποίους συντελούνται τουριστικές επενδύσεις.
Ωστόσο, η ακύρωση από το ΣτΕ του ΕΠΧΣΑΑ (2009) και του αναθεωρημένου σχεδίου (2013) αποτελεί τροχοπέδη στην τουριστική ανάπτυξη, η οποία πλέον εξαρτάται από τα 12    ΠΠΧΣΑΑ. Εν τέλει, το νομοθετικό πλαίσιο για τον τουρισμό κρίνεται ως αναποτελεσματικό λόγω της ανεπαρκής μέριμνας για μείζονα ζητήματα όπως οι συγκρούσεις χρήσεων γης και της αποτυχίας να ενσωματώσει τις έννοιες του τοπίου και της φέρουσας ικανότητας του. 
Η οργάνωση του χώρου, όπως αναφέρουν οι Καλόκαρδου και Κραντονέλλης (2013), αποτελεί μέσο αντιμετώπισης της κοινωνικοοικονομικής κρίσης και οι οποιεσδήποτε χωρικές ρυθμίσεις ενδέχεται να δράσουν θετικά ή αρνητικά στο χώρο, στον οποίο στηρίζεται η τουριστική ανάπτυξη. 
Για αυτούς τους λόγους, είναι απαραίτητο η εθνική τουριστική πολιτική να εστιάσει στην ποιότητα του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος, την αναβάθμιση των υποδομών και των υπηρεσιών και την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού. Επιπλέον, οφείλει να εφαρμόσει καθορισμένες διατάξεις, ρυθμίσεις και εργαλεία ελέγχου για το τοπίο σε όλες τις βαθμίδες σχεδιασμού. 

3. Case study: Costa Navarino 
3.1. Πλαίσιο
Η επιλογή του Costa Navarino ή ΠΟΤΑ Μεσσηνίας ως περίπτωση μελέτης στηρίζεται στο γεγονός ότι αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του οργανωμένου μοντέλου τουρισμού στην Ελλάδα καθώς συνιστά την πρώτη υλοποιημένη Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης. 

Στη συνέχεια παρουσιάζονται ορισμένα βασικά στοιχεία της επένδυσης:
εντοπίζεται στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο (ΠΕ  Μεσσηνίας, δήμος Πύλος-Νέστορος), 
απέχει από την Αθήνα και το αεροδρόμιο της Καλαμάτας 280χλμ και 40χλμ αντίστοιχα,
το συνολικό project απαρτίζεται από τέσσερα ξενοδοχειακά συγκροτήματα σε διαφορετικές τοποθεσίες (Ρωμανός, Πύλος, Ριζόμυλος και Κυνηγός) συνολικής έκτασης 6,000 στρεμμάτων,
η ολοκληρωμένη φάση του σχεδίου περιλαμβάνει το Navarino Dunes  που αναπτύσσεται σε έκταση 1.300.256,54 τμ στο παραθαλάσσιο μέτωπο και βρίσκεται σε απόσταση περίπου 10 χλμ από την Πύλο. Το τμήμα ΠΟΤΑ Ρωμανός (Navarino Dunes) περιλαμβάνει 
o 3.500 κλίνες μοιρασμένες σε δύο ξενοδοχειακά συγκροτήματα, the Westin Resort και the Romanos Resort, 
o γήπεδο γκολφ, 
o ένα κέντρο θαλασσοθεραπείας, 
o συνεδριακό κέντρο,
o εμπορικά καταστήματα και 
o εστιατόρια (ΜΠΕ, 2015). 

Με το εργαλείο χωρικού σχεδιασμού της ΠΟΤΑ και την απόφαση εφαρμογής της στη νοτιοδυτική Μεσσηνία δεν οριοθετείται απλώς η περιοχή και τα τμήματα της, αλλά κυρίως χωροθετούνται για πρώτη φορά στις εκτός σχεδίου πόλεως περιοχές συγκεκριμένες χρήσεις γης, ο συνδυασμός των οποίων αντιπροσωπεύει το περιεχόμενο της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας. Ως αποτέλεσμα ο αγροτικός χαρακτήρας της περιοχής (αγροτικές καλλιέργειες) ¨εξαναγκάζεται¨ να μετατραπεί σε τουριστικό με επιπτώσεις σε κλίμακα περιφερειακής ενότητας (Δικαίος, 2010).

3.2. ‘Έρευνα πεδίου – Αξιολόγηση εναρμονισμού με το τοπίο
Η έρευνα πεδίου διενεργήθηκε στην ΠΟΤΑ Ρωμανού λόγω του ότι τη στιγμή της επίσκεψης είχε ολοκληρωθεί και λειτουργούσε μόνο το συγκεκριμένο τμήμα της συνολικότερης επένδυσης. Οι παρατηρήσεις που προέκυψαν σχετικά με την προσπάθεια ενσωμάτωσης της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας στο τοπίο της άμεσης και ευρύτερης περιοχής έχουν ως εξής: 
Ο σχεδιασμός των χαράξεων στο οικόπεδο ακολουθεί το φυσικό υπόβαθρο σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα-δημιουργό του Costa Navarino κ. Τομπάζη ώστε τα κτίσματα και το δίκτυο κίνησης να αποτελούν ήπια παρέμβαση στο χώρο.
Η κάθετη χάραξη προς την ακτή έχει ως αποτέλεσμα έναν οργανικό τρόπο χωροθέτησης των κτισμάτων (υπό γωνία στο διάδρομο) με την εκμετάλλευση της μέγιστης δυνατής θέας από τα δωμάτια προς την παραλία (Κουτσοβασίλη, 2015).
Οι χαράξεις του δικτύου εντός είναι ελικοειδής μορφής και ακολουθούν τις ισοϋψείς του εδάφους. Κατά αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται ομαλή μετάβαση των επιπέδων στο εσωτερικό του ξενοδοχειακού συγκροτήματος και από αυτό προς την παραλία.
Η χαμηλή και αραιή δόμηση συντελεί στη δημιουργία ελεύθερων χώρων εντός της ΠΟΤΑ.
Η διαδικασία μεταφύτευσης των δέντρων κατά τη διάρκεια της κατασκευής των έργων και η επανατοποθέτηση τους με το πέρας των εργασιών αποδεικνύει περιβαλλοντική μέριμνα.
Η υιοθέτηση βιοκλιματικών αρχών στο σχεδιασμό όπως η σκίαση των ανοιγμάτων, ο διαμπερής αερισμός, οι ελεύθερες στέγες επί των δωματίων για πρόσθετη θερμομόνωση και η ύπαρξη υδατοδεξαμενής αποτελούν στοιχεία της βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης.
Η ύπαρξη υδάτινου στοιχείου, όπως οι πισίνες, τα ρυάκια.
Η περίφραξη επιτυγχάνει την αίσθηση ασφάλειας και ιδιωτικότητας για τους επισκέπτες και τους διαμένοντες. 
Συμπερασματικά., το Costa Navarino είναι ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα μεγάλης κλίμακας το οποίο έχει σχεδιαστεί και οργανωθεί σε αρμονία με το τοπίο. Παρόλα αυτά, πρόκειται για μία ανθρωπογενή παρέμβαση στο έως τότε παρθένο τοπίο όπως παρατηρείται στην Εικόνα 1 η οποία δεν είναι προσβάσιμη στο ευρύ κοινό. Ο νέος διαμορφωμένος χώρος προωθεί τις αρχές της βιωσιμότητας, της υψηλής αισθητικής και ποιότητας του τοπίου αλλά δημιουργήθηκε για να ικανοποιήσει τις υψηλές απαιτήσεις των επισκεπτών του και δεν χαίρει ευρείας απόλαυσης. 

4. Εναρμονισμός με το τοπίο - Μεθοδολογία
Το τοπίο αποτελεί το υπόβαθρο και το αποτέλεσμα της άσκησης δραστηριοτήτων. Συνεπώς διαμορφώνεται στο χωροχρόνο και απεικονίζει τις φυσικές και ανθρωπογενείς αλλαγές που έχουν συντελεστεί σε αυτό. Η σημερινή εικόνα του ελληνικού τοπίου αποδεικνύει τις εθνικές ιστορικές μνήμες, τον τρόπο αντιμετώπισης του και την ¨αθόρυβη¨ μεταλλαγή που συνέβη. Παρόλα αυτά να σημειωθεί ότι δεν οφείλεται αποκλειστικά στην δημιουργία μεγάλης κλίμακας και ριζικού χαρακτήρα έργων. Η χαμηλού ρυθμού, σταδιακή συσσώρευση μικρών αλλοιώσεων στις ακτές, στην ύπαιθρο, στον εξωαστικό χώρο και σε ορεινές περιοχές ευθύνεται εξίσου και είναι η αιτία της παρούσης κατάστασης. 

Αν και ετεροχρονισμένα, η Ελλάδα εισήγαγε τις ΠΟΤΑ (Ν.2545/1997) σε μία προσπάθεια οργάνωσης των τουριστικών δραστηριοτήτων στον εξωαστικό χώρο. Από την θέσπιση του σχετικού νόμου έως πρόσφατα, το πιο αντιπροσωπευτικό και ολοκληρωμένο παράδειγμα συνιστά το Costa Navarino, η περίπτωση μελέτης της εργασίας. Η ΠΟΤΑ Μεσσηνίας χαρακτηρίζεται ως έργο εθνικής σημασίας αποτελώντας πρότυπη παρέμβαση με καινοτόμο και ολοκληρωμένο χαρακτήρα ενώ η δημιουργία της θα συμβάλει στην ενίσχυση της τουριστικής προσφοράς μέσω της καθιέρωσης της ως ιδιαίτερα ποιοτικό και διαφοροποιημένο προορισμό συγκριτικά με το σύνολο της χώρας. 

Απώτερος σκοπός της εργασίας ήταν η εξέταση της αποφυγής των αρνητικών επιπτώσεων των μεγάλων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων στο τοπίο και η ομαλή ενσωμάτωση τους σε αυτό. Βάση λοιπόν των αποτελεσμάτων της έρευνας πεδίου και της σχετικής βιβλιογραφίας εξάγεται μία σειρά παρατηρήσεων σχετικά με τον εναρμονισμό των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων στο τοπίο:
Τα έντονα και ετερόκλητα σχήματα και αποχρώσεις των κτισμάτων είναι δυσαρμονικά προς τον περιβάλλοντα χώρο και προκαλούν ασυνέχεια στο τοπίο.  
Γεωμετρία
o Τα ¨σκληρά¨ γεωμετρικά χαρακτηριστικά -υπερβολική καθετοποίηση, γραμμικότητα και μεγάλος όγκος ή/και μεγάλος αριθμός κλινών (massing)-
Θέαση 
o Η ¨διακοπή¨ της θέας από σημεία ενδιαφέροντος διαταράσσει την αρμονία του τοπίου και διακόπτει τη συνέχεια του. 
Φωτισμός
o Εξέταση των πιθανών αποδεκτών του φωτισμού των εγκαταστάσεων και της πιθανής ευαισθησίας του οικοσυστήματος. 
Βιοκλιματικός σχεδιασμός
o Η κατασκευή σύμφωνα με τις αρχές βιοκλιματικού σχεδιασμού και η ενσωμάτωση των αντίστοιχων προδιαγραφών όπως διαφορετικά είδη πρασίνου, υδάτινου στοιχείου, σκιάσεων, ορατότητας, τοπικά υλικά κατασκευής και αρχιτεκτονικών μορφών συνεισφέρουν στην βιωσιμότητα του σχεδίου. 
Καταλληλότητα περιοχής υποδοχής τουριστικής εγκατάστασης
o Να διερευνάται αν κάθε περιοχή που ενδέχεται να φιλοξενήσει τουριστικές δραστηριότητες είναι κατάλληλη για τον τύπο και την ένταση τους σύμφωνα πάντα με τη φέρουσα ικανότητα της και των ανάλογων νομοθετικών διατάξεων.
Οργάνωση του εξω-αστικού χώρου και διάσπαρτη δόμηση
o Εξέταση της περίπτωσης χωροθέτησης του υποδοχέα τουριστικών δραστηριοτήτων σε περιοχές που πλήγονται από φαινόμενα εκτός σχεδίου και διάσπαρτης δόμησης σε μία προσπάθεια οργάνωσης και αναβάθμιση τους. 
Υποβαθμισμένα τοπία
o Σε αυτήν την περίπτωση εξετάζεται το ενδεχόμενο η οργανωμένη τουριστική ανάπτυξη να λειτουργήσει ως εργαλείο αποκατάστασης και ανάδειξης του τοπίου.
Πρόβλεψη επιπτώσεων και εναλλακτικό σχέδιο
o Αναγνώριση και καθορισμός πιθανών επιπτώσεων και της σημασίας τους (άμεσες/έμμεσες, βραχύ-,μακροπρόθεσμες, προσωρινές/μόνιμες, θετικές/αρνητικές) στο χαρακτήρα του τοπίου.
o Προσχέδιο του μελλοντικού/τελικού αποτελέσματος των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων.
o Εύρεση εναλλακτικών σχεδίων της αρχικής πρότασης.
Στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι οι προαναφερθέντες κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να συνοδευτούν από την αντίστοιχη νομοθετική πρόοδο. 

5.Συμπεράσματα
Περιληπτικά, το υψηλής ποιότητας ελληνικό τοπίο απειλείται από την αμεθόδευτη τουριστική ανάπτυξη με κίνδυνο απώλειας της ταυτότητας λόγω του έντονου και μη αναστρέψιμου χαρακτήρα των αλλαγών στις οποίες υπόκειται. Ως καταλυτικοί παράγοντες για την τωρινή εικόνα ονοματίζονται επίσης το ανεπαρκές νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο υπολείπεται σε διατάξεις τόσο για την τουριστική ανάπτυξη όσο και για το τοπίο, και η αδυναμία επιβολής ελέγχου και κυρώσεων. 
Να σημειωθεί ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός αποτελεί προϋπόθεση και πυλώνα για την ανάπτυξη μίας χώρας, η οικονομία της οποίας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουριστικό τομέα. Επομένως, οι λόγοι που καθιστούν υψηλής προτεραιότητας την ανάγκη ενσωμάτωσης του τοπίου στον στρατηγικό βιώσιμο χωρικό σχεδιασμό είναι αφενός η προστασία, η διατήρηση και η ανάδειξη του χαρακτήρα του και αφετέρου η διαχείριση του υψηλής ποιότητας τουριστικού πόρου. 
Το μοντέλο της τουριστικής ανάπτυξης  που προωθείται από την παγκόσμια τουριστική αγορά και έχει ήδη επικρατήσει στη Μεσόγειο επιβάλλει και στην Ελλάδα ως κομμάτι της να υιοθετήσει την τάση των τουριστικών συγκροτημάτων μεγάλης κλίμακας. Η παρούσα εργασία συνιστά μία προσπάθεια διερεύνησης των επιπτώσεων της τουριστικής ανάπτυξης αυτού του είδους στο τοπίο και ενδείκνυται ως θέμα προς περαιτέρω έρευνα.
Η περίπτωση του Costa Navarino παρουσιάστηκε ως παράδειγμα ¨καλής χρήσης¨ της νομοθεσίας με αποτέλεσμα παρά το φαραωνικό του μέγεθος να ενσωματώνεται στο τοπίο και μάλιστα να το αναδεικνύει. 
Εν κατακλείδι, όπως διαπιστώθηκε η τουριστική ανάπτυξη δύναται να συντελείται σε αρμονία με το τοπίο όταν προσεγγίζεται ως ένα ομογενές σύνολο που διέπεται από τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. 
Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Βαρβαρέσος, Σ. (1998) Τουρισμός: έννοιες, μεγέθη, δομές, Αθήνα: Εκδόσεις Προπομπός.
  • Βαρβαρέσος, Σ., Σωτηριάδης, Μ., (2002) ‘Τουρισμός και Αναπτυξιακός Σχεδιασμός: Δύο εμπειρίες στον ελλαδικό χώρο, Νομοί Ηρακλείου και Λευκάδας’ JOURNAL: ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, 3(4), 07-29.
  • Βλαντού, Α. (2010) Το τοπίο ως περιβαλλοντικό αγαθό: ασυμβατότητα μεταξύ δικαίου προστασίας και πραγματικότητας [διαδίκτυο (online)]. Διαθέσιμο στο: <URL: http://www.citybranding.gr/2013/05/blog-post_17.html [πρόσβαση 30 Σεπτεμβρίου 2015].
  • Γεμενετζή, Γ., Ζαχαρός Π., (2013) Η προστασία και διαχείριση του Ελληνικού τοπίου στο χωρικό σχεδιασμό [διαδίκτυο (online)].  Διαθέσιμο στο : <URL: http://www.citybranding.gr/2013/04/blog-post_3.html [πρόσβαση 30 Σεπτεμβρίου 2015].
  • Γουργιώτης, Α. (2014) ‘Η Συμβολή του Συμβουλίου της Ευρώπης στο χωρικό σχεδιασμό και το τοπίο’, Αειχώρος,19:38-58
  • Γουργιώτης, Α., Τσιλιμίγκας Γ., Κίζος, Θ., (2013) Χωρικοί μετασχηματισμοί και τυπολογίες του ελληνικού τοπίου. Ζητήματα διαχείρισης του τοπίου [διαδίκτυο (online)]. Citybranding.gr Πόλεις και Πολιτικές για την ανταγωνιστική ταυτότητα των πόλεων. Διαθέσιμο στο : <URL: http://www.citybranding.gr/2013/03/blog-post_19.html [πρόσβαση 30 Σεπτεμβρίου 2015].
  • Δέφνερ, Α. (2006) Σχεδιασμός τουρισμού και ελεύθερου χρόνου, Πανεπιστημιακές Σημειώσεις, Βόλος: Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  • Δικαίος, Ε. (2010) Η προβληματική καθορισμού ΠΟΤΑ σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου NATURA 2000[διαδίκτυο (online)]. Διαθέσιμο στο: <URL: http://nomosphysis.org.gr/12174/i-problimatiki-kathorismou-pota-se-prostateuomenes-perioxes-tou-diktuou-natura-2000-septembrios-2010/#_ftn5 [πρόσβαση 7 Ιανουαρίου 2016].
  • Καλόκαρδου, Ρ., Κραντονέλλης, Κ., (2013) Η προοπτική της Τουριστικής ανάπτυξης των περιφερειών της χώρας στο πλαίσιο των πρόσφατων θεσμικών ρυθμίσεων [διαδίκτυο (online)]. Διαθέσιμο στο <URL: http://www.citybranding.gr/2013/05/blog-post_23.html [πρόσβαση 15 Νοεμβρίου 2015].
  • Κοκκώσης, Χ., Τσάρτας, Π., (2001) Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη και Περιβάλλον, Αθήνα: Κριτική ΑΕ
  • Κουτσοβασίλη, Ι. (2015) ‘Οργανωμένοι τουριστικοί οικισμοί. 10+1 παραδείγματα σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής’ Βόλος: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών
  • ΜΠΕ (2005) Περιοχής Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης ΠΟΤΑ Πύλου (1.200 κλίνες, γήπεδο γκολφ και παραθεριστικές κατοικίες) και ΜΠΕ Ρωμανού (3.500 κλίνες, γήπεδο γκολφ και παραθεριστικές κατοικίες), Αθήνα: Αργυρόπουλος & Συνεργάτες, Μελέτες για το περιβάλλον
  • Μπεριάτος Η. (2007). ‘Για μια πολιτική του τοπίου στην Ελλάδα’ Βόλος: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας- ΤΜΧΠΠΑ
  • Παππάς, Ν. (2011) ‘Περιβάλλον – Πολιτισμός – Τουρισμός – Περιφερειακή Ανάπτυξη: Τουρισμός’, Αθήνα: Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων
  • Παπακωνσταντίνου, Α. (2007) Βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη: η ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη [διαδίκτυο (online)]. Διαθέσιμο στο: <URL: http://www.nomosphysis.org.gr/articles.php?artid=2921&lang=1&catpid=2 [πρόσβαση 14 Νοεμβρίου 2015].
  • Σαπουνάκης, Α. (2014) ‘Περιαστικό τοπίο στην Ελλάδα: Απειλές και προοπτικές’, Αειχώρος, 19: 58-79
  • Σαραντάκου, Ε. (2010) ‘ Ώριμοι τουριστικοί προορισμοί: εξέλιξη και δυνατότητες μετάβασης σε ένα βιώσιμο μοντέλου θερινού-πολιτιστικού τουρισμού: η ελληνική περίπτωση’, Αθήνα: Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ)
  • Τσάρτας, Π. (1996) Τουρίστες, ταξίδια, τόποι: κοινωνιολογικές προσεγγίσεις στον τουρισμό, Αθήνα: Εξάντας


Ξενόγλωσση
  • Komninou, E. (2017) ‘Surviving the Crisis: An analysis of the economic, social - cultural, political and planning aspects of Greece’s tourism economy’, Sheffield: The University of Sheffield
  • World Tourism Organization United Nations WTO (2014) Understanding Tourism: Basic Glossary [διαδίκτυο (online)]. World Tourism Organization Network. Διαθέσιμο στο: <URL: http://media.unwto.org/en/content/understanding-tourism-basic-glossary> [πρόσβαση 4 Οκτωβρίου 2015].
  • Θεσμικά κείμενα
  • Ν.3827/2010 Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο» (ή Σύμβαση της Φλωρεντίας) ΦΕΚ 30/Α/2010


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου